Κάντε κλικ εδώ για να επισκεφθείτε την αρχική σελίδα του EUFIC
ΑΣΦΑΛΕΙΑ & ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Food Risk Communication
ΔΙΑΤΡΟΦΗ
ΥΓΕΙΑ & ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ
ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ
Αναλύσεις Καταναλωτών
(Μόνο στα Αγγλικά)
Τροφή για σκέψη
(Μόνο στα Αγγλικά)
Πρωτοβουλίες της ΕΕ
(Μερικώς μεταφρασμένα)
Στο επίκεντρο
Ενεργειακό Ισοζύγιο

Πληρούμε τις προδιαγραφές του κώδικα δεοντολογίας «Health on the Net» (HON) περί αξιόπιστων πληροφοριών υγείας: επιβεβαιώστε Πληρούμε τις προδιαγραφές του κώδικα δεοντολογίας «Health on the Net» (HON) περί αξιόπιστων πληροφοριών υγείας.
επιβεβαιώστε.



ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ EUFIC 04/2005

Οι καθοριστικοί παράγοντες της επιλογής τροφίμων

1. Εισαγωγή

Δεδομένης της προτεραιότητας που δίνεται στη διατροφική αλλαγή του πληθυσμού, υπάρχει ανάγκη για μεγαλύτερη κατανόηση των καθοριστικών παραγόντων που επηρεάζουν την επιλογή των τροφίμων μας. Αυτό το άρθρο εξετάζει τους βασικούς παράγοντες επιρροής στην επιλογή τροφίμων, με έμφαση σε εκείνους που επιδέχονται αλλαγή, και αναλύει μερικές επιτυχείς παρεμβάσεις.

2. Οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν την επιλογή των τροφίμων

Το βασικό κίνητρο κατανάλωσης τροφής είναι, φυσικά, η πείνα. Ωστόσο, το τι επιλέγουμε να φάμε δεν καθορίζεται αποκλειστικά από φυσιολογικές ή διατροφολογικές ανάγκες. Στους παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή των τροφίμων περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:

  • Βιολογικοί καθοριστικοί παράγοντες, όπως η πείνα, η όρεξη και η γεύση
  • Οικονομικοί καθοριστικοί παράγοντες, όπως το κόστος, το εισόδημα, η διαθεσιμότητα
  • Φυσικοί καθοριστικοί παράγοντες, όπως η πρόσβαση, η εκπαίδευση, οι δεξιότητες (π.χ. το μαγείρεμα) και ο χρόνος
  • Κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες, όπως η κουλτούρα, η οικογένεια, οι συνομήλικοι και τα μοτίβα γευμάτων
  • Ψυχολογικοί καθοριστικοί παράγοντες, όπως η διάθεση, το στρες και η ενοχή
  • Συμπεριφορές, πεποιθήσεις και γνώσεις γύρω από τα τρόφιμα

Βάσει της προηγούμενης λίστας, που δεν είναι και εξαντλητική, είναι προφανής η πολυπλοκότητα της επιλογής τροφίμων. Οι παράγοντες της επιλογής τροφίμων ποικίλλουν, επίσης, ανάλογα με το στάδιο της ζωής και η δυναμική ενός παράγοντα διαφέρει μεταξύ διαφορετικών ατόμων ή ομάδων. Ως εκ τούτου, ο ίδιος τύπος παρέμβασης για την τροποποίηση της συμπεριφοράς στην επιλογή τροφίμων δεν θα έχει ανταπόκριση σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες. Αντίθετα, οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι προσανατολισμένες σε διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, λαμβάνοντας υπόψη τους πολλούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις τους στην επιλογή τροφίμων.

2.1 Βιολογικοί καθοριστικοί παράγοντες της επιλογής τροφίμων

Πείνα και κορεσμός

Βασικοί καθοριστικοί παράγοντες της επιλογής τροφίμων είναι οι φυσιολογικές μας ανάγκες. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από ενέργεια και θρεπτικά στοιχεία για να επιβιώσουν και ανταποκρίνονται στα αισθήματα πείνας και κορεσμού (ικανοποίηση της όρεξης, απουσία πείνας στο διάστημα μεταξύ δύο περιστάσεων κατανάλωσης τροφής). Το κεντρικό νευρικό σύστημα είναι υπεύθυνο για τον έλεγχο της ισορροπίας ανάμεσα στην πείνα, τη διέγερση της όρεξης και την πρόσληψη τροφής.

Τα μακροθρεπτικά στοιχεία, π.χ. υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και λιπαρά, παράγουν σήματα κορεσμού διαφορετικής ισχύος. Μετά από αντιπαράθεση στοιχείων, προέκυψε ότι τα λιπαρά έχουν την πιο μικρή ισχύ κορεσμού, οι υδατάνθρακες έχουν μέτριο αντίκτυπο και η πρωτεΐνη αποδείχτηκε ως η πιο «χορταστική» (Stubbs et al. 1996).

Η ενεργειακή πυκνότητα των διαιτών έχει αποδειχτεί ότι ασκεί δραστική επίδραση στον κορεσμό: οι χαμηλής ενεργειακής πυκνότητας δίαιτες προκαλούν μεγαλύτερο κορεσμό από τις δίαιτες υψηλής ενεργειακής πυκνότητας. Η υψηλή ενεργειακή πυκνότητα των πλούσιων σε λιπαρά ή/και σάκχαρα τροφίμων ενδεχομένως να οδηγήσει σε «παθητική υπερκατανάλωση», κατά την οποία η περιττή ενέργεια προσλαμβάνεται ασυναίσθητα και χωρίς να καταναλώνεται επιπρόσθετη ποσότητα τροφής.

Ο όγκος της τροφής ή το μέγεθος της μερίδας που καταναλώνεται αποτελεί ενδεχομένως μια σημαντική ένδειξη κορεσμού. Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν συναίσθηση του τι σημαίνει κατάλληλο μέγεθος μερίδας και, κατά συνέπεια, καταναλώνουν ακούσια περιττή ενέργεια.

Γευστικότητα

Η γευστικότητα είναι ανάλογη με την ευχαρίστηση που βιώνει κανείς όταν τρώει μια συγκεκριμένη τροφή. Εξαρτάται από τις αισθητηριακές ιδιότητες της τροφής, όπως η γεύση, η μυρωδιά, η υφή και η εμφάνιση. Τα γλυκά και πλούσια σε λιπαρά τρόφιμα αποτελούν ακαταμάχητα αισθητηριακά θέλγητρα. Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η τροφή δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πηγή θρέψης, αλλά συχνά καταναλώνεται προς χάριν της αξίας της ευχαρίστησης που μεταδίδει.

Η επίδραση της γευστικότητας στην όρεξη και την πρόσληψη τροφής από τους ανθρώπους έχει διευρενηθεί σε διάφορες μελέτες. Η πρόσληψη της τροφής αυξάνεται ανάλογα με τη γευστικότητα, αλλά η επίδραση της γευστικότητας στην όρεξη, στο διάστημα αμέσως, μετά δεν είναι σαφής. Η διεύρυνση της ποικιλίας των τροφών μπορεί, επίσης, να αυξήσει την πρόσληψη τροφής και ενέργειας και βραχυπρόθεσμα να μεταβάλλει το ενεργειακό ισοζύγιο (Sorensen et al. 2003). Ωστόσο, δεν είναι γνωστές οι επιδράσεις στη μακροπρόθεσμη ρύθμιση της κατανάλωσης θερμίδων.

Αισθητηριακές πτυχές

Η «γεύση» αναφέρεται διαρκώς ως βασικός παράγοντας επιρροής στη διατροφική συμπεριφορά. Στην πραγματικότητα, η «γεύση» αποτελεί το σύνολο των αισθητηριακών ερεθισμάτων που παράγονται με την πρόσληψη μιας τροφής. Αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο τη γεύση σαν γεύση, αλλά και τη μυρωδιά, την εμφάνιση και την υφή ενός τροφίμου. Πιστεύεται ότι αυτές οι αισθητηριακές πτυχές επηρεάζουν, ιδιαιτέρως, την αυθόρμητη επιλογή των τροφίμων.

Από πολύ μικρή ηλικία, η γεύση και η οικειότητα επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας απέναντι στα τρόφιμα. Η προτίμηση για τα γλυκά και η αποστροφή προς τα πικρά θεωρούνται έμφυτα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, που υπάρχουν από τη γέννησή μας (Steiner 1977). Οι γευστικές προτιμήσεις και οι αντιπάθειες για συγκεκριμένες τροφές αναπτύσσονται μέσα από εμπειρίες και επηρεάζονται από τις στάσεις, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες μας (Clarke 1998).

2.2 Οικονομικοί και φυσικοί καθοριστικοί παράγοντες της επιλογής τροφίμων

Κόστος και προσβασιμότητα

Χωρίς αμφιβολία, το κόστος των τροφίμων αποτελεί πρωταρχικό καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή τους. Το εάν το κόστος είναι απαγορευτικό εξαρτάται ουσιαστικά από το εισόδημα και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του καθενός. Οι ομάδες χαμηλού εισοδήματος έχουν μεγαλύτερη ροπή προς την υιοθέτηση μη ισορροπημένων διαιτολογίων και συγκεκριμένα καταναλώνουν λίγα φρούτα και λαχανικά (De Irala-Estevez et al. 2000). Ωστόσο, η πρόσβαση σε περισσότερα χρήματα δεν ισοδυναμεί αυτόματα με ένα διαιτολόγιο καλύτερης ποιότητας, αλλά η ποικιλία των τροφίμων, μεταξύ των οποίων γίνεται η επιλογή, μεγαλώνει.

Η προσβασιμότητα σε καταστήματα είναι άλλος ένας σημαντικός φυσικός παράγοντας που επηρεάζει την επιλογή τροφίμων και εξαρτάται από πόρους, όπως τα μεταφορικά μέσα και η γεωγραφική τοποθεσία. Οι υγιεινές τροφές τείνουν να είναι πιο ακριβές όταν διατίθενται μέσα σε μικρές και μεγάλες πόλεις σε σύγκριση με τα σουπερμάρκετ των προαστίων (Donkin et al. 2000). Ωστόσο, η βελτίωση της πρόσβασης δεν ενισχύει από μόνη της την αγορά περισσότερων φρούτων και λαχανικών, των οποίων η τιμή εξακολουθεί να θεωρείται απαγορευτική (Dibsdall et al. 2003).

Μόρφωση και γνώση

Σύμφωνα με μελέτες, το επίπεδο μόρφωσης μπορεί να επηρεάσει τη διατροφική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής (Kearney et al. 2000). Αντίθετα, οι γνώσεις σχετικά με τη διατροφή και οι καλές διατροφικές συνήθειες δεν συσχετίζονται πάντα. Ο λόγος είναι ότι η γνώση γύρω από την υγεία δεν οδηγεί άμεσα στη δράση, όταν οι άνθρωποι δεν είναι βέβαιοι για το πώς μπορούν να εφαρμόσουν τις γνώσεις τους. Επιπλέον, οι πληροφορίες που διαδίδονται σχετικά με τη διατροφή προέρχονται από διάφορες πηγές, με αποτέλεσμα να θεωρούνται αντικρουόμενες ή αναξιόπιστες, γεγονός που αποθαρρύνει την κινητοποίηση για αλλαγή (De Almeida et al. 1997). Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό τα μηνύματα που λαμβάνονται από τα διάφορα μέσα ενημέρωσης, τις συσκευασίες τροφίμων και, φυσικά, τους επαγγελματίες στο χώρο της υγείας να είναι ακριβή και συνεπή.

2.3 Κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες της επιλογής τροφίμων

Επιρροή της κοινωνικής τάξης

Ουσιαστικά οι κοινωνικές και πολιτιστικές συγκυρίες διαμορφώνουν και περιορίζουν το είδος των τροφίμων που καταναλώνουμε. Σύμφωνα με πληθυσμιακές μελέτες, υπάρχουν σαφείς διαφορές μεταξύ των κοινωνικών τάξεων όσον αφορά τα τρόφιμα και την πρόσληψη θρεπτικών στοιχείων. Οι φτωχές δίαιτες ενδεχομένως να οδηγούν σε υποκατανάλωση (μικροθρεπτική ανεπάρκεια) και υπερκατανάλωση θρεπτικών στοιχείων (η υπερβολική κατανάλωση ενέργειας που καταλήγει σε υπερβολικό βάρος και παχυσαρκία): προβλήματα που αντιμετωπίζουν διαφορετικοί τομείς της κοινωνίας και απαιτούν διαφορετικά επίπεδα ειδίκευσης και μεθόδων παρέμβασης.

Πολιτιστικές επιρροές

Οι πολιτιστικές επιρροές έχουν ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση των συνηθειών κατανάλωσης συγκεκριμένων τροφίμων και των παραδοσιακών τρόπων παρασκευής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιθανόν να οδηγούν σε περιορισμούς, όπως ο αποκλεισμός του κρέατος και του γάλακτος από τη διατροφή. Ωστόσο, οι πολιτιστικές επιρροές επιδέχονται αλλαγή: με αφορμή τη μετακόμισή τους σε μια ξένη χώρα, οι άνθρωποι υιοθετούν συχνά συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες της τοπικής κουλτούρας.

Κοινωνικό πλαίσιο

Οι κοινωνικές επιρροές στην πρόσληψη τροφής αφορούν στον αντίκτυπο που έχει ένα ή περισσότερα άτομα στη διατροφική συμπεριφορά των άλλων, άμεσα (με την αγορά τροφίμων), έμμεσα (μαθαίνοντας από τη συμπεριφορά συνομηλίκων), συνειδητά (μετάδοση πεποιθήσεων) ή ασυνείδητα. Ακόμα κι όταν τρώει κανείς μόνος, η επιλογή της τροφής επηρεάζεται από κοινωνικούς παράγοντες, καθώς οι συμπεριφορές και οι συνήθειες αναπτύσσονται μέσα από την αλληλεπίδραση με άλλους. Ωστόσο, ο προσδιορισμός του αριθμού των κοινωνικών επιρροών στην πρόσληψη τροφής είναι δύσκολος, καθώς η επίδραση που έχει κανείς στη διατροφική συμπεριφορά των άλλων δεν περιορίζεται σε ένα είδος και το άτομο δεν έχει απαραίτητα συνείδηση των κοινωνικών επιρροών που ασκούνται στη διατροφική του συμπεριφορά (Feunekes et al. 1998).

Η κοινωνική υποστήριξη μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση στις επιλογές τροφίμων και στην υγιεινή διατροφική αλλαγή (Devine et al. 2003). Η κοινωνική υποστήριξη μέσα από το ίδιο το σπίτι και από συναδέλφους έχει συνδεθεί θετικά με τη βελτίωση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών (Sorensen et al. 1998a) και με το προπαρασκευαστικό στάδιο της βελτίωσης των διατροφικών συνηθειών, αντίστοιχα (Sorensen et al. 1998b). Η κοινωνική υποστήριξη πιθανόν να ενισχύει την προώθηση της υγείας, δίνοντας έμφαση στην αίσθηση ένταξης σε μια ομάδα και βοηθώντας το άτομο ώστε να είναι πιο ικανό και αυτόνομο (Berkman 1995).

Η σημασία της οικογένειας στις διατροφικές αποφάσεις είναι ευρέως αναγνωρισμένη. Σύμφωνα με έρευνες, η διαμόρφωση των διατροφικών επιλογών πραγματοποιείται στο σπίτι. Καθώς η οικογένεια και οι φίλοι μπορούν να αποτελέσουν πηγή ενθάρρυνσης για την πραγματοποίηση και τη διατήρηση της διατροφικής αλλαγής, η υιοθέτηση διατροφικών στρατηγικών αποδεκτών από αυτούς ίσως ωφελήσει το άτομο, ενώ ταυτόχρονα θα έχει επίδραση στις διατροφικές συνήθειες των άλλων (Anderson et al 1998).

Κοινωνικό περιβάλλον

Αν και το μεγαλύτερο μέρος της τροφής καταναλώνεται στο σπίτι, ένα αυξανόμενο μέρος της καταναλώνεται εκτός σπιτιού, π.χ. σε σχολεία, στην εργασία και σε εστιατόρια. Ο χώρος όπου καταναλώνεται η τροφή μπορεί να επηρεάσει την επιλογή των τροφίμων, κάτι που εξαρτάται κυρίως από το είδος των τροφίμων που προσφέρονται. Η διαθεσιμότητα υγιεινών τροφίμων στο σπίτι και «έξω από το σπίτι» αυξάνει την κατανάλωσή τους. Ωστόσο, η πρόσβαση σε υγιεινές εναλλακτικές λύσεις τροφών είναι περιορισμένη σε πολλά εργασιακά/σχολικά περιβάλλοντα. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για όσους έχουν ακανόνιστα ωράρια ή ιδιαίτερες προτιμήσεις, π.χ. χορτοφάγοι (Faugier et al. 2001). Καθώς η πλειονότητα των ενήλικων γυναικών και ανδρών εργάζονται, η επίδραση της εργασίας στη συμπεριφορά που σχετίζεται με την υγεία, όπως οι επιλογές των τροφίμων, αποτελεί ένα σημαντικό τομέα διερεύνησης (Devine 2003).

2.4 Μοτίβα γευμάτων

Οι περιστάσεις στις οποίες οι άνθρωποι τρώνε κάθε μέρα είναι πολλές και τα κίνητρα για κάθε τέτοια περίσταση δεν είναι τα ίδια. Οι περισσότερες μελέτες διερευνούν τους παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές τροφίμων από συνήθεια, αλλά πιθανόν να ήταν χρήσιμο να διερευνηθεί το τι είναι αυτό που επηρεάζει τις επιλογές τροφίμων στις διάφορες περιστάσεις κατανάλωσης τροφών.

Αντικείμενο ευρείας αντιπαράθεσης είναι οι επιδράσεις της κατανάλωσης σνακ στην υγεία. Σύμφωνα με στοιχεία, η κατανάλωση σνακ μπορεί να επηρεάσει την πρόσληψη ενέργειας και θρεπτικών στοιχείων, όχι όμως απαραίτητα και το Δείκτη Μάζας Σώματος (Hampl et al. 2003). Ωστόσο, άτομα κανονικού και υπερβολικού βάρους πιθανόν να έχουν διαφορετικές στρατηγικές αντιμετώπισης της δωρεάν διάθεσης σνακ και πιθανόν να έχουν διαφορετικούς εξισορροπητικούς μηχανισμούς στα επακόλουθα γεύματα. Εξάλλου, η σύνθεση των σνακ μπορεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης της ικανότητας του ατόμου να προσαρμόζει την κατανάλωση προκειμένου να καλύψει τις ενεργειακές του ανάγκες.

Η βοήθεια προς νέους ενηλίκους για την επιλογή υγιεινών σνακ αποτελεί πρόκληση για πολλούς επαγγελματίες του χώρου της υγείας. Στο σπίτι, αντί να απαγορεύονται τα ανθυγιεινά σνακ, μια πιο θετική προσέγγιση θα μπορούσε να είναι η σταδιακή εισαγωγή υγιεινών σνακ. Επιπλέον, οι επιλογές υγιεινών τροφίμων εκτός σπιτιού πρέπει επίσης να είναι πιο άμεσα διαθέσιμες.

2.5 Ψυχολογικοί παράγοντες

Στρες

Το ψυχολογικό στρες είναι κοινό χαρακτηριστικό της σύγχρονης ζωής και μπορεί να αλλάξει συμπεριφορές που επηρεάζουν την υγεία, όπως είναι η φυσική δραστηριότητα, το κάπνισμα και η επιλογή τροφίμων.

Η επίδραση του στρες στην επιλογή τροφίμων είναι σύνθετη, ειδικά εξαιτίας των διαφόρων τύπων στρες που μπορεί να βιώσει κανείς. Η επίδραση του στρες στην πρόσληψη τροφής εξαρτάται από το άτομο, τον παράγοντα που προκαλεί το στρες και τις συνθήκες. Γενικά, κάποια άτομα τρώνε περισσότερο από το κανονικό, ενώ κάποια άλλα λιγότερο, όταν βιώνουν καταστάσεις στρες (Oliver & Wardle 1999).

Οι προτεινόμενοι μηχανισμοί για τις προκληθείσες από το στρες αλλαγές στην κατανάλωση τροφής και την επιλογή των τροφίμων είναι διαφορές σε επίπεδο κινήτρων (μειωμένη ανησυχία σχετικά με τον έλεγχο βάρους), φυσιολογικές (μειωμένη όρεξη που προκαλείται από τις σχετιζόμενες με το στρες διεργασίες) και πρακτικές αλλαγές στις ευκαιρίες κατανάλωσης τροφής, τη διαθεσιμότητα των τροφίμων και την προετοιμασία των γευμάτων.

Επίσης, σύμφωνα με μελέτες, εάν το εργασιακό στρες είναι παρατεταμένο ή συχνό, τότε πιθανόν να προκύψουν ανεπιθύμητες διατροφικές αλλαγές, ενισχύοντας την πιθανότητα αύξησης του βάρους και, κατά συνέπεια, του καρδιαγγειακού κινδύνου (Wardle et al. 2000).

Διάθεση

Ο Ιπποκράτης ήταν ο πρώτος που υπέδειξε τη θεραπευτική δύναμη της τροφής, ωστόσο, μόνο από το Μεσαίωνα και μετά, η τροφή θεωρείται εργαλείο μεταβολής του ψυχισμού και της διάθεσης. Σήμερα, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η τροφή επηρεάζει τη διάθεσή μας και ότι η διάθεση επηρεάζει έντονα την επιλογή των τροφίμων.

Ενδιαφέρον είναι ότι η επίδραση της τροφής στη διάθεση φαίνεται να σχετίζεται εν μέρει με συμπεριφορές απέναντι σε συγκεκριμένες τροφές. Η αμφίθυμη σχέση με το φαγητό είναι μια πάλη που βιώνουν πολλοί: θέλουν να το απολαύσουν αλλά έχουν επίγνωση της επίδρασής του στο βάρος τους. Άτομα που κάνουν δίαιτα, άτομα με μεγάλη αυτοσυγκράτηση και μερικές γυναίκες αναφέρουν ότι νιώθουν τύψεις επειδή δεν τρώνε ό,τι θεωρούν ότι θα έπρεπε (Dewberry & Ussher 1994). Εξάλλου, οι προσπάθειες περιορισμού της κατανάλωσης συγκεκριμένων τροφών ενδεχομένως να αυξάνει την επιθυμία για αυτές, με αποτέλεσμα τη σφοδρή επιθυμία για φαγητό.

Αναφέρεται ότι οι γυναίκες νιώθουν πιο συχνά, σε σχέση με τους άντρες, σφοδρή επιθυμία για φαγητό. Φαίνεται ότι η καταθλιπτική διάθεση επηρεάζει τη σοβαρότητα αυτών των σφοδρών επιθυμιών. Επίσης, η σφοδρή επιθυμία για φαγητό είναι πιο συνηθισμένη στην προεμμηνορροϊκή περίοδο, φάση κατά την οποία η συνολική πρόσληψη τροφής αυξάνεται και παράλληλα αλλάζει ο βασικός μεταβολικός ρυθμός (Dye & Blundell 1997).

Επομένως, η διάθεση και το στρες μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά στην επιλογή τροφίμων και πιθανόν τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες αντιδράσεις στη διαιτητική παρέμβαση.

3. Διατροφικές διαταραχές

Η διατροφική συμπεριφορά, σε αντίθεση με πολλές άλλες βιολογικές λειτουργίες, είναι συχνά αποτέλεσμα πολύπλοκου γνωστικού ελέγχου. H δίαιτα αποτελεί μια από τις ευρύτερα διαδεδομένες μορφές γνωστικού ελέγχου της πρόσληψης τροφής.

Πολλά άτομα εκφράζουν την επιθυμία να χάσουν βάρος ή να βελτιώσουν το σώμα τους και, κατά συνέπεια, υιοθετούν πρακτικές για να αποκτήσουν τον ιδανικό Δείκτη Μάζας Σώματος. Ωστόσο, η ακραία δίαιτα ή/και γυμναστική πιθανόν να καταλήξει σε προβλήματα. Η αιτιολογία των διατροφικών διαταραχών είναι συνήθως ένας συνδυασμός παραγόντων, όπως οι βιολογικοί, οι ψυχολογικοί, οι οικογενειακοί και οι κοινωνικοπολιτιστικοί παράγοντες. Η εκδήλωση διατροφικών διαταραχών συχνά σχετίζεται με τη διαστρεβλωμένη εικόνα για τον εαυτό μας, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, το αγνώστου προελεύσεως άγχος, την εμμονή, το στρεςς και τη δυστυχία (Mac Evilly & Kelly 2001).

Η θεραπεία μιας διατροφικής διαταραχής απαιτεί, σε γενικές γραμμές, σταθεροποίηση του βάρους και ατομική ψυχοθεραπεία. Η πρόληψη προσδιορίζεται δύσκολα αλλά συστήνεται η αποφυγή της παιδικής κακοποίησης και της μεγαλοποίησης διαιτών και ιατρικών ζητημάτων, η ένδειξη στοργής χωρίς την άσκηση υπερβολικού ελέγχου, η υιοθέτηση ρεαλιστικών προτύπων, η επιβράβευση μικρών επιτευγμάτων στο παρόν, η ενθάρρυνση της ανεξαρτησίας και της κοινωνικότητας (Mac Evilly & Kelly 2001).

4. Καταναλωτικές συμπεριφορές, πεποιθήσεις, γνώση και αισιόδοξη προκατάληψη

Καταναλωτικές συμπεριφορές και πεποιθήσεις

Οι έρευνες για την κατανόηση των καταναλωτικών συμπεριφορών, τόσο στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων όσο και της διατροφής, είναι φτωχές (Gibney 2004). Η καλύτερη κατανόηση του τρόπου που το κοινό αντιλαμβάνεται τη διατροφή του, πιθανόν να βοηθήσει στο σχεδιασμό και τη θέσπιση πρωτοβουλιών υγιεινής διατροφής.

Η Πανευρωπαϊκή Έρευνα για τη Στάση των Καταναλωτών απέναντι στα Τρόφιμα, τη Διατροφή και την Υγεία διαπίστωσε ότι οι πέντε πρώτοι παράγοντες που επιδρούν στην επιλογή τροφίμων, σε 15 ευρωπαϊκά κράτη-μέλη, είναι η «ποιότητα/φρεσκάδα» των τροφίμων (74%), η «τιμή» (43%), η «γεύση» (38%), η «προσπάθεια για υγιεινή διατροφή» (32%) και οι «επιλογές τροφίμων των άλλων μελών της οικογένειάς μας» (29%). Αυτοί είναι οι μέσοι όροι των ποσοστών που προέκυψαν από την ομαδοποίηση των αποτελεσμάτων των 15 ευρωπαϊκών κρατών-μελών, τα οποία διέφεραν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Στις Η.Π.Α., αναφέρεται η ακόλουθη σειρά παραγόντων που επηρεάζουν τις επιλογές τροφίμων: γεύση, κόστος, διατροφική αξία, ευκολία και επίδραση στο βάρος (Glanz et al. 1998).

Σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή μελέτη, οι γυναίκες, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και τα άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου θεωρούν ιδιαίτερα σημαντικούς τους «παράγοντες υγείας». Οι άνδρες επέλεξαν πιο πολλές φορές «τη γεύση» και «τη συνήθεια» ως κύριους καθοριστικούς παράγοντες της επιλογής τροφίμων. Η «τιμή» φάνηκε να έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τους άνεργους και τους συνταξιούχους. Οι παρεμβάσεις που απευθύνονται σε αυτές τις ομάδες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τούς κατά περίπτωση καθοριστικούς παράγοντες της επιλογής τροφίμων.

Οι συμπεριφορές και οι πεποιθήσεις μπορούν και όντως αλλάζουν: η στάση μας απέναντι στα διατροφικά λιπαρά έχει αλλάξει τα τελευταία 50 χρόνια, με την αντίστοιχη μείωση στην απόλυτη ποσότητα των λιπαρών που καταναλώνονται και τη μεταβολή της αναλογίας των κορεσμένων και ακόρεστων λιπαρών.

Αισιόδοξη προκατάληψη

Το ποσοστό των ευρωπαϊκών πληθυσμών που έχουν αντιληφθεί την ανάγκη για αλλαγή των διατροφικών τους συνηθειών είναι χαμηλό, με το 71% να θεωρεί ότι η δίαιτά του είναι ήδη επαρκώς υγιεινή (Kearney et al. 1997). Αυτό το υψηλό επίπεδο ικανοποίησης από τις τρέχουσες διατροφικές συνήθειές τους έχει καταγραφεί από Αυστραλούς (Worsley & Crawford 1985), Αμερικανούς (Cotugna et al. 1992) και Άγγλους που συμμετείχαν στην έρευνα (Margetts et al. 1998).

Η απουσία ανάγκης για την πραγματοποίηση διατροφικών αλλαγών, υποδεικνύει το υψηλό επίπεδο αισιόδοξης προκατάληψης, φαινόμενο κατά το οποίο το άτομο πιστεύει ότι διατρέχει μικρότερο κίνδυνο από μια απειλή σε σχέση με τους άλλους. Αυτή η ψευδής αισιοδοξία αντικατοπτρίζεται και σε έρευνες που δείχνουν τον τρόπο που οι άνθρωποι υποτιμούν, σε σχέση με τους άλλους, την πιθανότητα να κάνουν μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά (Gatenby 1996) και τον τρόπο που μερικοί καταναλωτές που καταναλώνουν λίγα φρούτα και λαχανικά, θεωρούν τους εαυτούς τους «υψηλούς καταναλωτές» (Cox et al. 1998a).

Αν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η διατροφή τους είναι ήδη υγιεινή, είναι ενδεχομένως παράλογο να περιμένουμε από αυτούς να την αλλάξουν, ή να θεωρούν την υγεία σημαντικό παράγοντα για την επιλογή της τροφής τους. Παρόλο που αυτοί οι καταναλωτές είναι πιο πιθανό να κάνουν πιο υγιεινή διατροφή από όσους αναγνωρίζουν ότι η δίαιτά τους επιδέχεται βελτίωση, ωστόσο εξακολουθούν να απέχουν από τους γενικώς αποδεκτούς δημόσιους στόχους υγιεινής διατροφής (Gibney 2004). Επίσης, οι διατροφικές συστάσεις είναι απίθανο να κινητοποιήσουν περισσότερο αυτές τις ομάδες. Ως εκ τούτου, οι μελλοντικές παρεμβάσεις πρέπει ενδεχομένως να ενισχύσουν την ευαισθητοποίηση του γενικού πληθυσμού σχετικά με τη συνολική αρτιότητα της δίαιτάς του ως προς, για παράδειγμα, τα λιπαρά, ή την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών (Cox et al. 1996). Για όσους πιστεύουν ότι η διατροφή τους είναι υγιεινή, υπάρχει η άποψη ότι η στάση τους ίσως γίνει πιο ευνοϊκή και πιθανόν να τροποποιήσουν τη διατροφή τους, με την προϋπόθεση ότι θα αλλάξουν οι πεποιθήσεις τους σχετικά με το αποτέλεσμα της διατροφικής αλλαγής (Paisley et al. 1995). Επομένως, βασική απαίτηση για την πρωτοβουλία διατροφικής αλλαγής είναι η συνειδητοποίηση της ανάγκης για την αλλαγή (Kearney et al. 1997).

5. Εμπόδια για την αλλαγή της διατροφής και του τρόπου ζωής

Με επίκεντρο το κόστος

Το εισόδημα ενός νοικοκυριού και το κόστος της διατροφής είναι ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την επιλογή των τροφίμων, ειδικά όσον αφορά τους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα. Η πιθανότητα να οδηγηθεί ένα τρόφιμο στον κάδο των απορριμμάτων, οδηγεί σε δισταγμό σχετικά με τη δοκιμή «νέων» τροφίμων εξαιτίας του φόβου της απόρριψής τους από την οικογένεια. Επιπλέον, η έλλειψη γνώσης και μαγειρικών δεξιοτήτων μπορεί, επίσης, να αναστείλει την αγορά και προετοιμασία γευμάτων από βασικά συστατικά.

Ως λύση έχει προταθεί η εκπαίδευση σχετικά με την αύξηση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών με οικονομικά προσιτό τρόπο, έτσι ώστε να μην γίνεται καμία επιπλέον σπατάλη χρημάτων ή κόπου (Dibsdall et al. 2003). Θετική συμβολή στη διατροφική αλλαγή θα μπορούσαν να είχαν και οι προσπάθειες από την πλευρά των κυβερνήσεων, των δημόσιων υπηρεσιών υγείας, των παραγωγών και των λιανοπωλητών, για την προώθηση των φρούτων και των λαχανικών ως συστατικών πιάτων που αξίζουν τα χρήματά τους (Cox et al 1998b).

Χρονικοί περιορισμοί

Η έλλειψη χρόνου σχετίζεται συχνά με τη μη εναρμόνιση με διατροφικές συμβουλές, ειδικά από νέους και άτομα με καλή μόρφωση (Lappalainen et al. 1997). Τα άτομα που ζουν μόνα ή μαγειρεύουν για έναν αποζητούν έτοιμες προς κατανάλωση τροφές αντί να μαγειρέψουν με βασικά συστατικά. Αυτή η ανάγκη καλύφτηκε με τη μετακίνηση των φρούτων και λαχανικών στην αγορά από το χώρο των «χύμα» προϊόντων στο χώρο των προσυσκευασμένων, μαγειρεμένων και έτοιμων προς κατανάλωση προϊόντων. Αυτά τα προϊόντα είναι πιο ακριβά από τα «χύμα», αλλά ο κόσμος προτιμά να πληρώνει το επιπλέον κόστος για χάρη της ευκολίας που προσφέρουν. Ο δρόμος για τη βελτίωση της ποιότητας της διατροφής αυτών των ομάδων περνάει από την ανάπτυξη μιας μεγαλύτερης ποικιλίας εύγευστων, έτοιμων προς κατανάλωση και με καλό διατροφικό προφίλ τροφίμων.

6. Μοντέλα για την αλλαγή της συμπεριφοράς

Μοντέλα συμπεριφοράς ως προς την υγεία

Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο παίρνει ο κόσμος αποφάσεις γύρω από την υγεία του μπορεί να βοηθήσει στο σχεδιασμό στρατηγικών προαγωγής της υγείας. Σε αυτό το σημείο, ρόλο διαδραματίζουν η επιρροή της κοινωνικής ψυχολογίας και των σχετικών θεωρητικών μοντέλων της. Αυτά τα μοντέλα βοηθούν στην αποσαφήνιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ιδιαίτερα στην κατανόηση του τρόπου που οι άνθρωποι αποφασίζουν για θέματα υγείας. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για την πρόβλεψη της πιθανότητας αλλαγής της διατροφικής συμπεριφοράς. Αυτό το κεφάλαιο εστιάζει σε μερικά από αυτά.

Το Μοντέλο Πεποιθήσεων για την Υγεία (ΜΠΥ) και η Θεωρία Κινητοποίησης για την Προστασία της υγείας

Το ΜΠΥ παρουσιάστηκε αρχικά από τον Rosenstock (1966), τροποποιήθηκε από τον Becker (1974) και χρησιμοποιείται για την πρόβλεψη προληπτικών συμπεριφορών για την υγεία, όπως οι ακτινογραφίες, ο εμβολιασμός και η συμμόρφωση με ιατρικές συστάσεις. Το μοντέλο υποστηρίζει ότι τα άτομα που σκέπτονται να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους, πρέπει να αισθάνονται την απειλή από μια ασθένεια/αρρώστια προκειμένου να θέσουν τον εαυτό τους στη διαδικασία μιας επικερδούς ανάλυσης. Το μοντέλο υποστηρίζει επίσης ότι τα άτομα χρειάζονται κάποιο ερέθισμα για να δραστηριοποιηθούν ώστε να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους ή να λάβουν μια απόφαση σχετική με την υγεία.

Η Θεωρία της Αιτιολογημένης Δράσης (ΘΑΔ) και η Θεωρία της Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς (ΘΣΣ)

Η Θεωρία της Αιτιολογημένης Δράσης (Ajken & Fishbein 1980) ή η επέκτασή της με τη μορφή της Θεωρίας της Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς (Ajken 1988) χρησιμοποιούνται για την εξήγηση αλλά και την πρόβλεψη της πρόθεσης μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Αυτά τα μοντέλα βασίζονται στην υπόθεση ότι η καλύτερη μέθοδος πρόβλεψης μιας συμπεριφοράς είναι η ανίχνευση της πρόθεσής της. Το μοντέλο υποστηρίζει ότι η πρόθεση της συμπεριφοράς ενός ατόμου προέρχεται συνδυαστικά από τρία στοιχεία: 1) συμπεριφορά,
2) αντίληψη των κοινωνικών πιέσεων για την εμφάνιση της συμπεριφοράς και 3) αντιλαμβανόμενος έλεγχος επάνω στη συμπεριφορά.

Στις διατροφικές μελέτες, οι ΘΑΔ/ΘΣΣ καθιστούν δυνατή τη σύγκριση των δυνάμεων επιρροής επάνω σε άτομα και μεταξύ δειγματοληπτικών ομάδων και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την οικοδόμηση της κατανόησης των καθοριστικών παραγόντων της επιλογής των τροφίμων. Η ΘΑΔ έχει αποσαφηνίσει επιτυχώς συμπεριφορές, όπως η πρόσληψη λιπαρών, αλατιού και γάλακτος. Το μοντέλο ΘΣΣ έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την εξήγηση στάσεων και πεποιθήσεων σχετικά με τις αμυλούχες τροφές στο Ηνωμένο Βασίλειο (Stubenitsky & Mela 2000).

Σταδιακή ταξινόμηση της συμπεριφοράς που σχετίζεται με την υγεία

Το Μοντέλο Σταδίων Αλλαγής που αναπτύχθηκε από τον Prochaska και τους συνεργάτες του, υποστηρίζει ότι η αλλαγή της συμπεριφοράς σε θέματα υγείας περνάει από πέντε ξεχωριστά στάδια. Αυτά είναι: στάδιο πριν τη σκέψη, σκέψη, προετοιμασία, δράση και διατήρηση. Το μοντέλο υποθέτει ότι εάν διαφορετικοί παράγοντες επηρεάζουν τη μετάβαση στα διαφορετικά στάδια, τότε τα άτομα θα πρέπει να ανταποκρίνονται καλύτερα στις παρεμβάσεις που προσαρμόζονται για να ταιριάξουν με το στάδιο αλλαγής τους.

Το Μοντέλο Σταδίων Αλλαγής, σε αντίθεση με τα άλλα μοντέλα που αναλύθηκαν, έχει αποδειχτεί πιο δημοφιλές στη χρήση για αλλαγή συμπεριφορών παρά στην επεξήγηση της τρέχουσας συμπεριφοράς. Προφανώς αυτό έχει σχέση με το γεγονός ότι το μοντέλο προσφέρει καθοδήγηση για πρακτική παρέμβαση που μπορεί να διδαχτεί στους επαγγελματίες. Επιπλέον, μηνύματα που εξατομικεύονται ανάλογα με το στάδιο ετοιμότητας για αλλαγή του ατόμου μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη μελέτη μεγάλων τυχαίων δειγμάτων.

Έχει υποστηριχτεί ότι το μοντέλο σταδίων είναι ενδεχομένως καταλληλότερο για πιο απλές και διακριτές συμπεριφορές, όπως η κατανάλωση πέντε μερίδων φρούτων και λαχανικών την ημέρα ή η κατανάλωση γάλακτος χαμηλών λιπαρών (στόχοι που σχετίζονται με την τροφή), παρά σε πολύπλοκες διατροφικές αλλαγές, όπως η φτωχή σε λιπαρά διατροφή (στόχος που σχετίζεται με τα θρεπτικά συστατικά) (Horwath 1999).

Προς το παρόν, καμιά θεωρία ή μοντέλο δεν εξηγεί και δεν προβλέπει αποτελεσματικά την πλήρη γκάμα των συμπεριφορών όσον αφορά την επιλογή τροφίμων (Nestle et al. 1998). Σε γενικές γραμμές, τα μοντέλα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μέσα κατανόησης των παραγόντων που επηρεάζουν ατομικές αποφάσεις και συμπεριφορές. Παρά το πλήθος των μοντέλων συμπεριφορικής αλλαγής, τα τελευταία έχουν χρησιμοποιηθεί σε σχετικά λίγες επεμβάσεις σχετικές με τη διατροφή, με το Μοντέλο των Σταδίων Αλλαγής να έχει αποδειχτεί ως το πιο δημοφιλές. Ωστόσο, η καλύτερη δοκιμή για αυτό το μοντέλο, η οποία μάλιστα θα αποδείκνυε αν οι διατροφικές επεμβάσεις που βασίζονται σε στάδια μπορούν να υπερνικήσουν την αξία των καθιερωμένων προσεγγίσεων, δεν έχει γίνει ακόμα.

7. Αλλαγή συμπεριφοράς στη διατροφή: επιτυχείς παρεμβάσεις

Η διατροφική αλλαγή δεν είναι εύκολη, καθώς απαιτεί την τροποποίηση συνηθειών που έχουν υιοθετηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μελέτες που διεξήχθησαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα, όπως σχολεία, χώροι εργασίας, σουπερμάρκετ, περιοχές πρωτοβάθμιας περίθαλψης και κοινότητες, έχουν χρησιμοποιηθεί για την αποσαφήνιση του τι ταιριάζει σε συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων. Παρόλο που τα αποτελέσματα τέτοιου είδους ερευνών είναι δύσκολο να αποδοθούν σε άλλα περιβάλλοντα ή στο γενικό πληθυσμό, τέτοιες στοχευμένες παρεμβάσεις έχουν στεφθεί με αρκετή επιτυχία, καθώς αποτυπώνουν την ανάγκη ύπαρξης διαφορετικών προσεγγίσεων για διαφορετικές ομάδες ανθρώπων ή για διαφορετικές πλευρές της δίαιτας.

Οι παρεμβάσεις στους χώρους των σουπερμάρκετ είναι διαδεδομένες, καθώς εκεί είναι που η πλειονότητα των ανθρώπων αγοράζει τα τρόφιμά της. Τα δεδομένα μπορούν να εξαχθούν μέσω παρεμβάσεων που διεξάγονται με παρατήρηση, περιήγηση στο κατάστημα και επίσκεψη στο σημείο πώλησης των τροφίμων. Τέτοιου είδους παρεμβάσεις είναι επιτυχείς ως προς την ευαισθητοποίηση και την αύξηση των γνώσεων γύρω από τη διατροφή, αλλά προς το παρόν δεν είναι σαφής η αποτελεσματικότητά τους στην πραγματική και μακροπρόθεσμη αλλαγή της συμπεριφοράς.

Τα σχολεία αποτελούν ένα άλλο προφανές περιβάλλον παρέμβασης, καθώς συγκεντρώνουν μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικό προσωπικό. Η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών από παιδιά έχει αυξηθεί μέσω της χρήσης των κυλικείων, των πολυμέσων και του Internet, καθώς και στις περιπτώσεις όπου τα παιδιά εμπλέκονται στην καλλιέργεια, την προετοιμασία και το μαγείρεμα της τροφής που καταναλώνουν (Anderson et al. 2003, Lowe et al. 2004; Baranowski et al. 2003). Επιπλέον, οι συγκεκαλυμμένες αλλαγές στα πιάτα, ώστε να περιέχουν λιγότερα λιπαρά, αλάτι και θερμίδες, βελτίωσαν το διατροφικό προφίλ των σχολικών εστιατορίων, χωρίς να συνοδεύονται από απώλεια μαθητικών συμμετοχών στα σχολικά προγράμματα μεσημεριανού φαγητού (Snyder et al. 1992).

Οι παρεμβάσεις στους χώρους εργασίας, επίσης, απευθύνονται σε μεγάλο αριθμό ατόμων και μπορούν να στοχεύουν σε εκείνους που ανήκουν σε ομάδες κινδύνου. Η αύξηση της διαθεσιμότητας και η βελτίωση της εμφάνισης των φρούτων και των λαχανικών αποδείχτηκε επιτυχής στις καντίνες των χώρων εργασίας (Lassen et al. 2004) και η πτώση των τιμών των πιο υγιεινών σνακ στα μηχανήματα αυτόματης πώλησης ανέβασε τις πωλήσεις (French et al. 2001). Κατά συνέπεια, ο συνδυασμός της διατροφικής εκπαίδευσης και των αλλαγών στους εργασιακούς χώρους έχει περισσότερες πιθανότητες να στεφθεί από επιτυχία, ιδιαίτερα εάν συνοδεύεται από διαδραστικές δραστηριότητες που θα διατηρηθούν για μεγάλες περιόδους (Patterson et al. 1997).

Η ταυτόχρονη αντιμετώπιση διαφόρων διατροφικών παραγόντων, όπως η μείωση των λιπαρών και η αύξηση των φρούτων και λαχανικών στη διατροφή, έχει αποδειχτεί αποτελεσματική στο χώρο της πρωτοβάθμιας περίθαλψης (Stevens et al. 2002). Η συμπεριφοριστική συμβουλευτική σε συνδυασμό με τη διατροφολογική συμβουλευτική φαίνεται πιο αποτελεσματική σε τέτοιους χώρους, αν και οι οικονομικές επιπτώσεις της εκπαίδευσης επαγγελματιών πρωτοβάθμιας περίθαλψης γύρω από τη συμπεριφοριστική συμβουλευτική, δεν είναι σαφείς προς το παρόν. Σε χώρους δημόσιας/τοπικής περίθαλψης έχουν, επίσης, χρησιμοποιηθεί εκπαιδευτικές και συμπεριφοριστικές στρατηγικές, και μάλιστα έχει αποδειχτεί ότι συνέβαλαν στην αύξηση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών (Cox et al. 1998b, Anderson et al. 1998, Anderson & Cox 2000).

8. Συμπεράσματα

Οι επιρροές στην επιλογή τροφίμων είναι πολλές και συνιστούν ένα σύνολο μέσων παρέμβασης και βελτίωσης των διατροφικών επιλογών του ανθρώπου. Επίσης, πολλοί είναι οι παράγοντες που παρακωλύουν την αλλαγή της διατροφής και του τρόπου ζωής, οι οποίοι μάλιστα διαφοροποιούνται ανάλογα με τα στάδια ζωής και το εκάστοτε άτομο ή σύνολο ατόμων.

Η αποτελεσματική διατροφική αλλαγή αποτελεί μεγάλη πρόκληση τόσο για τους επαγγελματίες του χώρου της υγείας όσο και για το ίδιο το κοινό. Απαιτούνται διαφορετικές στρατηγικές για να «πυροδοτηθεί» η αλλαγή στη συμπεριφορά ομάδων με διαφορετικές προτεραιότητες. Εκστρατείες που συνιστούν εξατομικευμένες συμβουλές και περιλαμβάνουν πρακτικές λύσεις, αλλά και η αλλαγή του περιβάλλοντος, είναι πιθανόν να συμβάλουν στη διευκόλυνση της πραγματοποίησης της διατροφικής αλλαγής.

Αναθεωρήθηκε από τον Dr France Bellisle, INRA, Γαλλία

9. Παραπομπές 

  • Anderson A, Hetherington M, Adamson A, et al. (2003) The development of and evaluation of a novel school based intervention to increase fruit and vegetable intake in children (Five a Day The Bash Street Way), N09003. Report for the FSA, London. (see http://www.food.gov.uk/)
  • Anderson A & Cox D (2000) Five a day - challenges and achievements. Nutrition and Food Science 30(1): 30-4.
  • Anderson AS, Cox DN, McKellar S, Reynolds J, Lean MEJ, Mela DJ (1998) Take Five, a nutrition education intervention to increase fruit and vegetable intakes: impact on attitudes towards dietary change. British Journal of Nutrition 80: 133-140.
  • Ajzen I, Fishbein M (1980) Understanding attitudes and predicting social behaviour. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall.
  • Ajzen I (1988) Attitudes, Personality and Behaviour. Milton Keynes: Open University Press.
  • Baranowski T, Baranowski J, Cullen KW et al. (2003) Squire's Quest! Dietary outcome evaluation of a multimedia game. American Journal of Preventive Medicine 24: 52-61.
  • Becker, M.H. (1974). The health belief model and sick role behavior. Health Education Monographs 2, 409-419.
  • Berkman LF (1995). The role of social relations in health promotion. Psychosom Med. 57(3):245-54.
  • Clarke JE (1998) Taste and flavour: their importance in food choice and acceptance. Proceedings of the Nutrition Society 57: 639-643.
  • Cotugna N, Subar AF, Heimendinger J, Kahle L (1992). Nutrition and cancer prevention knowledge, beliefs, attitudes, and practices: the 1987 National Health Interview Survey. J Am Diet Assoc. 92(8):963-8.
  • Cox DN, Anderson AS, Reynolds J et al. (1998a) Take Five, a nutrition education intervention to increase fruit and vegetable intakes: impact on consumer choice and nutrient intakes. British Journal of Nutrition 80: 123-31.
  • Cox DN, Anderson AS, Lean MEJ, Mela DJ (1998b) UK consumer attitudes, beliefs and barriers to increasing fruit and vegetable consumption. Public Health Nutrition 1: 61-8.
  • Cox RH, Gonzales-Vigilar CRV, Novascone MA et al. (1996) Impact of a cancer intervention on diet-related cardiovascular disease risks of white and African-American EFNEP clients. Journal of Nutrition Education 28: 209-18.
  • De Irala-Estevez J, Groth M, Johansson L, Oltersdorf U, Prattala R & Martinez-Gonzalez MA (2000) A systematic review of socioeconomic differences in food habits in Europe: consumption of fruit and vegetables. European Journal of Clinical Nutrition 54: 706-714.
  • De Almeida MDV, Graca P, Lappalained R et al (1997). Sources used and trusted by nationally-representative adults in the European Union for information on healthy eating. European Journal of Clinical Nutrition 51: S8-15.
  • Devine CM, Connors MM, Sobal J and Bisogni CA (2003) Sandwiching it in: spillover of work onto food choices and family roles in low- and moderate-income urban households. Social Science and Medicine 56: 617-630.
  • Dewberry C, Ussher JM (1994). Restraint and perception of body weight among British adults. J Soc Psychol. 134(5):609-19.
  • Dibsdall LA, Lambert N, Bobbin RF, Frewer LJ (2003) Low-income consumers' attitudes and behaviour towards access, availability and motivation to eat fruit and vegetables. Public Health Nutrition 6(2):159-68.
  • Donkin AJ, Dowler EA, Stevenson SJ, Turner SA (2000). Mapping access to food in a deprived area: the development of price and availability indices. Public Health Nutr. 3(1):31-8.
  • Drummond S, Crombie N, Kirk T (1996) A critique of the effects of snacking on body weight status. European Journal of Clinical Nutrition 50(12):779-83.
  • Dye L, Blundell JE (1997) Menstrual cycle and appetite control: implications for weight regulation. Human Reproduction 12(6):1142-51.
  • Faugier J, Lancaster J, Pickles D, Dobson K (2001) Barriers to healthy eating in the nursing profession: Part 2. Nurs Stand. 15(37):33-5.
  • Feunekes GIJ, de Graaf C, Meyboom S and van Staveren WA (1998) Food choice and fat intake of adolescents and adults: associations of intakes within social networks. Preventive Medicine 27: 645-656.
  • French SA, Jeffery RW, Story M, et al. (2001) Pricing and promotion effects on low-fat vending snack purchases: the CHIPS Study. American Journal of Public Health 91: 112-7.
  • Gatenby S (1996) Healthy eating: consumer attitudes, beliefs and behaviour. Journal of Human Nutrition and Dietetics 9: 384-385.
  • Gibney MJ (2004). European consumers’ attitudes and beliefs about safe and nutritious foods: concepts, barriers and benefits. In Proceedings of the International Food Conference: ‘Thinking beyond tomorrow’ held in Dublin June ’04.
  • Glanz K, Kristal AR, Tilley BC, Hirst K (1998). Psychosocial correlates of healthful diets among male auto workers. Cancer Epidemiology, Biomarkers and Prevention 7: 119-126.
  • Hampl JS, Heaton CL, Taylor CA (2003) Snacking patterns influence energy and nutrient intakes but not body mass index. Journal of Human Nutrition and Dietetics 16(1):3-11
  • Horwath CC (1999) Applying the transtheoretical model to eating behaviour change: challenges and opportunities. Nutrition Research Reviews 12: 281-317.
  • Kearney M, Jearney JM, Dunne A & Gibney MJ (2000) Sociodemographic determinants of perceived influences on food choice in a nationally representative sample of Irish adults. Public Health Nutrition 3(2): 219-226.
  • Kearney M, Gibney MJ, Martinez JA, de Almeida MDV, Friebe D, Zunft HJF, Widhalm K & Kearney JM (1997) Perceived need to alter eating habits among representative samples of adults from all member states of the European Union. European Journal of Clinical Nutrition 51: S30-5.
  • Kristal AR, Glanz K, Curry SJ, Patterson RE (1999) How can stages of change be best used in dietary interventions? Journal of American Dietetic Association 99: 679-684.
  • Lappalainen R, Saba A, Moles A, Holm L, Mykkanen H, Gibney MJ (1997). Difficulties in trying to eat healthier: descriptive analysis of perceived barriers for healthy eating. European Journal of Clinical Nutrition 51: S36-40.
  • Lassen A, Vibeke Thorsen A, Trolle E et al. (2004) Successful strategies to increase the consumption of fruits and vegetables: results from the Danish '6 a day' Worksite-Canteen Model Study. Public Health Nutrition 7(2): 263-70.
  • Lowe CF, Horne PJ, Tapper K, Bowdery M, Egerton C (2004) Effects of a peer modelling and rewards-based intervention to increase fruit and vegetable consumption in children. Eur J Clin Nutr 58(3):510-22. (see also http://www.fooddudes.co.uk/)
  • Mac Evilly C & Kelly C. Conference report on ‘Mood and Food’. Nutrition Bulletin 26 (no 4), December 2001.
  • Margetts BM, Thompson RL, Speller V & McVey D (1998) Factors which influence ‘healthy’ eating patterns: results from the 1993 Health Education Authority health and lifestyle survey in England. Public Health Nutrition 1(3): 193-198.
  • Nestle M, Wing R, Birch L, DiSogra L, Drewnowski A, Arbor A, Middleton S, Sigman-Grant M, Sobal J, Winston M, Economos C (1998) Behavioural and social influences on food choice. Nutrition Reviews 56(5): S50-S64.
  • Oliver G, Wardle J (1999) Perceived effects of stress on food choice. Physiol Behav 66: 511-515.
  • Paisley L, Lloyd HM, Sparks P & Mela DJ (1995) Consumer perceptions of dietary changes for reducing fat intake. Nutrition Research 15: 1755-1766.
  • Patterson RE, Kristal AR, Glanz K et al. (1997) Components of the working well trial intervention associated with adoption of healthful diets. American Journal of Preventive Medicine 13: 271-6.
  • Prochaska JO, DiClemente CC & Norcross JC (1992) In search of how people change: Applications to addictive behaviours. American Psychology 47: 1102-1114.
  • Rosenstock IM (1966). Why people use health services. Milbank Memorial Fund Quarterly 44, 94-94.
  • Snyder MP, Story M & Trenkner LL (1992) Reducing fat and sodium in school lunch programs: the LUNCHPOWER! Intervention Study. Journal of the American Dietetic Association 92: 1087-91.
  • Sorensen LB, Moller P, Flint A, Martens M, Raben A (2003). Effect of sensory perception of foods on appetite and food intake: a review of studies on humans. Int J Obes Relat Metab Disord. 27:1152-1166.
  • Sorensen G, Hunt MK, Cohen N, Stoddard A, Stein E, Phillips FB, Combe C, Hebert J and Palombo R (1998a) Worksite and family education for dietary change: The Treatwell 5-A-Day program. Health Education Research 13: 577-591.
  • Sorensen G, Stoddard A & Macario E (1998b) Social support and readiness to make dietary changes. Health Education and Behaviour 25: 586-598.
  • Stevens VJ , Glasgow RE, Toobert DJ, et al. (2002) Randomized trial of a brief dietary intervention to decrease consumption of fat and increase consumption of fruits and vegetables. American Journal of Health Promotion 16(3): 129-34.
  • Steiner JE (1977). Facial expressions of the neonate infant indicating the hedonics of food-related chemical stimuli. In: Weiffenbach J. ed. Taste and development: The Genesis of Sweet Preference. (DHEW Publication No. NIH 77-1068). Washington DC: US Government Printing Office, pp 173.
  • Stubbs RJ, van Wyk MC, Johnstone AM & Harbron CG (1996) Breakfasts high in protein, fat or carbohydrate: effect on within-day appetite and energy balance. European Journal of Clinical Nutrition 50: 409-17.
  • Stubenitsky K, Mela DJ (2000) UK consumer perceptions of starchy foods. British Journal of Nutrition 83: 277-285.
  • Wardle J, Steptoe A, Oliver G, Lipsey Z (2000) Stress, dietary restraint and food intake. Journal of Psychosomatic Research 48: 195-202.
  • Worsley A & Crawford D (1985) Awareness and compliance with the Australian dietary guidelines. A descriptive study of Melbourne residents. Nutrition Research 5: 1291-1308.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ EUFIC
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληροφόρησης για τα Τρόφιμα (EUFIC) είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που παρέχει πληροφορίες βασισμένες σε επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια & την ποιότητα τροφίμων και την υγεία & τη διατροφή στα μέσα ενημέρωσης, τους επαγγελματίες υγείας και διατροφής, τους εκπαιδευτικούς και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, με τρόπο τέτοιο ώστε να μπορούν να καταλάβουν οι καταναλωτές.

Διαβάστε περισσότερα
Τελευταία ενημέρωση αυτής της ιστοσελίδας 24/07/2014
Δείτε όλα τα αποτελέσματα αναζήτησης