Στην καθημερινή μας ζωή εκτιθέμεθα σε χιλιάδες χημικές ουσίες. Μερικές από αυτές είναι ευεργετικές για την υγεία (παραδείγματος χάριν, τα κύρια συστατικά των τροφίμων), αλλά μερικές άλλες ουσίες (που μπορεί να υπάρχουν στα τρόφιμα ή στο περιβάλλον) μπορούν να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία. Η πιθανότητα των δυσμενών επιπτώσεων στην υγεία συσχετίζεται με το μέγεθος, τη συχνότητα και τη διάρκεια της έκθεσης σε αυτές τις χημικές ουσίες.
Καθώς οι αναλυτικές τεχνικές αναβαθμίζονται, είναι δυνατό να ανιχνευθεί ένας αυξανόμενος αριθμός χημικών ουσιών, τόσο φυσικών όσο και συνθετικών, στα τρόφιμά μας ακόμη και σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις. Εντούτοις, αυτές οι πληροφορίες δεν είναι απαραιτήτως χρήσιμες, εκτός αν καταλαβαίνουμε πόσο επιβλαβείς ή αβλαβείς είναι αυτές οι ουσίες. Για να αντισταθμιστεί η έλλειψη τοξικολογικών δεδομένων για τις πρόσφατα προσδιορισμένες ουσίες, έχει αναπτυχθεί ένα σύστημα για την πιθανή τοξικότητα μιας ουσίας - το Κατώτατο Όριο Τοξικολογικής Ανησυχίας (TTC). Αυτό το σύστημα επιτρέπει να τεθούν προτεραιότητες για την αξιολόγηση των χημικών ουσιών.
Το σκεπτικό
Για τις περισσότερες χημικές ουσίες υπάρχει ένα επίπεδο κάτω από το οποίο ένας άνθρωπος δεν θα παρουσιάσει καμία δυσμενή επίπτωση για την υγεία του. Αυτό συμβαίνει διότι το ανθρώπινο σώμα έχει μηχανισμούς για να ξεφορτώνεται γρήγορα τις περισσότερες ανεπιθύμητες ουσίες και να επιδιορθώνει τις ζημιές στα κύτταρα και τους ιστούς. Ωστόσο, εάν μια χημική ουσία καταναλώνεται σε επίπεδα που το σώμα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίσει, μπορούν να αναπτυχθούν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία. Το TTC χρησιμοποιεί αυτό το σκεπτικό για να προσδιορίσει ένα κατώτατο όριο έκθεσης για τις χημικές ουσίες γνωστής δομής, κάτω από το οποίο δεν υπάρχει κανένας αξιόλογος κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία.
Δοκιμή τοξικότητας
Στις μέρες μας, η πλήρης αξιολόγηση της τοξικότητας μιας συγκεκριμένης χημικής ουσίας είναι εκτενής. Μπορεί να περιλαμβάνει μακροχρόνιες και βραχυπρόθεσμες μελέτες έκθεσης, που εξετάζουν τις επιπτώσεις σε πολλά συστήματα του σώματος (όπως το νευρικό, το ανοσοποιητικό και το αναπαραγωγικό σύστημα). Οποιοσδήποτε αντίκτυπος στην αύξηση και την ανάπτυξη πρέπει να εξεταστεί, καθώς επίσης και η δυνατότητα μιας ουσίας να βλάψει το DNA ή να προκαλέσει καρκίνο. Εκτενή τοξικολογικά στοιχεία είναι διαθέσιμα για πολλές χημικές ουσίες, αλλά για τις νέες ή λιγότερο γνωστές χημικές ουσίες μπορεί να μην υπάρχουν στοιχεία ∙ σε αυτό το σημείο μπορεί να βοηθήσει το TTC.
Χημικές κατηγορίες παρόμοιας τοξικότητας
Ο λόγος για τον οποίο το TTC είναι εφικτό έγκειται στο γεγονός ότι οι χημικές ουσίες με παρόμοια δομή που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, εκθέτουν το σώμα και σε παρόμοιο επίπεδο τοξικότητας. Με άλλα λόγια, γίνονται τοξικές στα ίδια περίπου επίπεδα πρόσληψης. Εκτενείς αναλύσεις των βάσεων δεδομένων τοξικότητας έχουν αποκαλύψει ότι υπάρχουν τρεις μεγάλες κατηγορίες τύπων χημικής δομής που έχουν βρεθεί να είναι χαμηλής, μέτριας ή υψηλής τοξικότητας. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε κατηγορία χημικών ουσιών είναι δυνατό να υπολογιστεί ένα γενικό κατώτατο όριο τοξικολογικής ανησυχίας, κάτω από το οποίο δεν υπάρχει κανένας αξιόλογος κίνδυνος για την υγεία. Αυτό το κατώτατο όριο έκθεσης καλείται TTC.
Γενικά Κατώτατα Όρια Τοξικολογικής Ανησυχίας στους Ανθρώπους

Χρήση του Κατώτατου Ορίου Τοξικολογικής ανησυχίας
Το TTC είναι χρήσιμο για την αξιολόγηση ουσιών γνωστής χημικής δομής που υπάρχουν στα τρόφιμα σε χαμηλές συγκεντρώσεις και για τις οποίες έχουμε έλλειψη σε στοιχεία τοξικότητας. Αυτό μπορεί να προκύψει αν ανακαλυφθεί η παρουσία ενός νέου μολυσματικού παράγοντα στα τρόφιμα. Οι τύποι των ουσιών που μπορεί να ερευνηθούν περιλαμβάνουν: φυσικούς μολυσματικούς παράγοντες από το χώμα και τους μύκητες, ουσίες από την παραγωγική διαδικασία και τη συσκευασία των τροφίμων και ουσίες που παράγονται κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος ή άλλων μέσων επεξεργασίας.
Για να χρησιμοποιηθεί το TTC πρέπει να είναι δυνατή μια αξιόπιστη αξιολόγηση της πρόσληψης της χημικής ουσίας. Το επίπεδο πρόσληψης συγκρίνεται στη συνέχεια με το κατάλληλο κατώτατο όριο τοξικολογικής ανησυχίας και μπορεί να ληφθεί μια απόφαση σχετικά με το εάν απαιτούνται ή όχι περαιτέρω τοξικολογικές έρευνες. Με αυτήν την προσέγγιση μπορούν να αφιερωθούν σε μια συγκεκριμένη χημική ουσία οι κατάλληλοι πόροι, οι οποίοι θα είναι ανάλογοι με τον κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.
Μεγάλες δυνατότητες
Η προσέγγιση του TTC είναι ένα σημαντικό εργαλείο για όσους αξιολογούν και αντιμετωπίζουν κινδύνους και για τη βιομηχανία. Διαδικασίες που χρησιμοποιούν παρόμοιες έννοιες με το TTC χρησιμοποιούνται ήδη από ρυθμιστικούς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) και η Μεικτή Ειδική Επιτροπή των WHO/FAO για τα Πρόσθετα των Τροφίμων (JECFA) για την αξιολόγηση των αρωματικών υλών και η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (για τις αρωματικές ύλες και τις συσκευασίες). Το σκεπτικό του TTC, το οποίο έχει βασιστεί σε εκτενή επιστημονική έρευνα, έχει αναπτυχθεί και βελτιωθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών. Με αναλυτικές τεχνικές ολοένα και υψηλότερης τεχνολογίας, που θέτουν τα όρια της ανίχνευσης ακόμα χαμηλότερα, το TTC είναι μια αποδοτική και αποτελεσματική προσέγγιση για την αξιολόγηση της πιθανής τοξικότητας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα τρόφιμά μας παραμένουν ασφαλή. Εκθέσεις χαμηλής κλίμακας σε νέες χημικές ουσίες μπορούν να αξιολογηθούν γρήγορα και η προσπάθεια μπορεί να στραφεί εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη και όπου μπορούν να αποφευχθούν περιττές τοξικολογικές δοκιμές (συμπεριλαμβανομένων εκείνων σε ζωντανά ζώα).
Βιβλιογραφική αναφορά
- S. Barlow. Threshold of Toxicological Concern (TTC) – A tool for assessing substances of unknown toxicity present at low levels in the diet. ILSI Europe Concise Monograph Series 2005:1-32.
FOOD TODAY 07/2007