
Απέναντι στο παγκόσμιο σκηνικό των αυξανόμενων επιπέδων παχυσαρκίας (1) είναι σημαντικό να είναι αποτελεσματικά τα μηνύματα δημόσιας υγείας που στοχεύουν στην αντιμετώπιση αυτού του σοβαρού προβλήματος. Σε μια μεγάλη επιχείρηση συνεργασίας, πέντε ευρωπαϊκά ερευνητικά κέντρα πραγματοποίησαν πρόσφατα μια μελέτη για να εξετάσουν εάν οι τρέχουσες συμβουλές για διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μείωναν πραγματικά το βάρος σε πραγματικές καταστάσεις διαβίωσης (2).
Οι τρέχουσες προσπάθειες να αντιμετωπιστεί η παχυσαρκία έχουν εστιάσει στη μείωση της περιεκτικότητας της δίαιτας σε λίπος. Αυτό συμβαίνει επειδή οι πλούσιες σε λίπη δίαιτες είναι ενεργειακά πυκνές, οπότε καθιστούν εύκολη την υπερκατανάλωση. Ωστόσο, υπάρχουν μερικές ανακολουθίες στην ιστορία του λίπους και έχει αμφισβητηθεί από κάποιους η σημασία των διαιτών χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά στην πρόληψη και τη θεραπεία της παχυσαρκίας. Επίσης, μερικές κλινικές μελέτες δείχνουν ότι οι χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά δίαιτες προκαλούν πτώση της HDL (καλής) χοληστερόλης και άνοδο των τριγλυκεριδίων, που και τα δύο είναι παράγοντες κινδύνου για καρδιακές παθήσεις, ενώ άλλες μελέτες έδειξαν βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ.
Προκειμένου να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα και να υπάρξει μια κατάσταση πραγματικών συνθηκών διαβίωσης, οργανώθηκε η έρευνα Διαχείρισης της Αναλογίας Υδατανθράκων στις Ευρωπαϊκές Εθνικές Δίαιτες, ή αλλιώς CARMEN. Ερευνητικά κέντρα στην Ολλανδία, τη Δανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και την Ισπανία συγκέντρωσαν, το καθένα, 80 υπέρβαρους άνδρες και γυναίκες για τη μελέτη. Χρησιμοποιήθηκε μια νέα προσέγγιση για να καταστήσει τη μελέτη όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική, επιτρέποντας όμως ακόμη τον κατάλληλο έλεγχο της πρόσληψης τροφίμων.
Κάθε κέντρο άνοιξε ένα μικρό κατάστημα που διέθετε 100-150 επιλεγμένα τρόφιμα γνωστής διατροφικής σύνθεσης. Οι επιλογές τροφίμων μπορούσαν να καθοδηγηθούν και να καταγραφούν με τη χρησιμοποίηση ενός ανιχνευτή ραβδοκώδικα (bar code), αλλά δεν υπήρχαν περιορισμοί στην ποσότητα κατανάλωσης. Τα τρόφιμα που δεν παρέχονταν από το κατάστημα του εργαστηρίου, όπως το ψωμί, τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά και το φρέσκο κρέας, αγοράζονταν σε συμβατικά σούπερ μάρκετ και καταγράφονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου προσαρμογής πέντε εβδομάδων, όλοι συνήθισαν το εργαστηριακό κατάστημα και σε όλους δίνονταν τρόφιμα που παρείχαν επίπεδο λίπους χαρακτηριστικό για την κάθε χώρα. Οι υποβαλλόμενοι στην έρευνα χωρίστηκαν έπειτα τυχαία σε 3 ομάδες: μία ομάδα ελέγχου που συνέχισε τη δίαιτα κανονικής περιεκτικότητας σε λίπος, μία ομάδα που ακλουθούσε δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη, και μία ομάδα που ακολουθούσε δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά αλλά υψηλής περιεκτικότητας σε άμυλο. Συνολικά 316 άνθρωποι ολοκλήρωσαν και τους έξι μήνες και ακολούθησαν τις δίαιτες αυτές.
Οι άνθρωποι στις ομάδες υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη και άμυλο μείωσαν επιτυχώς τα επίπεδα λίπους κατά 10% και 8% αντίστοιχα. Και στις δύο ομάδες, η ενεργειακή πυκνότητα της δίαιτας μειώθηκε σημαντικά. Η ομάδα με δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και υψηλής σε άμυλο, μείωσε το σωματικό βάρος κατά 1,8 kg και η ομάδα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά αλλά υψηλής σε ζάχαρη μείωσε το σωματικό βάρος κατά 0,9 kg, ενώ η ομάδα ελέγχου αύξησε το σωματικό βάρος κατά 0,8 kg. Και οι δύο ομάδες πέτυχαν σημαντική απώλεια λίπους κατά 1,8 και 1,3 kg, αντίστοιχα. Είναι ενδιαφέρον γεγονός ότι οι αλλαγές στη χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια αίματος δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των ομάδων.
Η μελέτη CARMEN κατέδειξε ότι, όταν οι ελαφρώς υπέρβαροι άνθρωποι κατανάλωσαν φαγητό σύμφωνα με την όρεξή τους και στο πλαίσιο της κανονικής τους ζωής, κατάφεραν να χάσουν βάρος με δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, υψηλής σε άμυλο ή χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, υψηλής σε ζάχαρη, χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις στα επίπεδα λίπους του αίματος. Το βάρος που έχασαν ήταν μέτριο, αλλά στο πλαίσιο ολόκληρου του πληθυσμού αυτό μπορεί να σημαίνει σημαντική μείωση του αριθμού παχύσαρκων ανθρώπων που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ασθενειών. Ο Καθηγητής Saris, από το Ερευνητικό Ίδρυμα Διατροφής και Τοξικολογίας του Μάαστριχτ (Ολλανδία) και συντονιστής του προγράμματος CARMEN, θεωρεί ότι ο μεγαλύτερος αντίκτυπος της μείωσης του διαιτητικού λίπους είναι πιο πιθανό να εμφανιστεί στην πρόληψη της αύξησης του βάρους παρά στη ριζική απώλεια του βάρους. Όπως και να έχει, οι τρέχουσες συμβουλές δημόσιας υγείας για μείωση του επιπέδου λίπους στη δίαιτα είναι πιθανότερο να βοηθήσουν παρά να εμποδίσουν τις προσπάθειές μας να κρατηθούμε σε φόρμα.
Βιβλιογραφικές αναφορές
- World Health Organisation (1998) Obesity: preventing and managing the global epidemic. WHO; Geneva.
- Saris WHM Astrup A Prentice AM et al (2000) Randomised controlled trial of changes in dietary carbohydrate/fat ratio and simple vs complex carbohydrates on body weight and blood lipids: the CARMEN study. International Journal of Obesity.24; 1310-1318.
FOOD TODAY 05/2001