
Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τροφίμων (IEFS) υπέβαλε ερωτήσεις σε περίπου 14.500 καταναλωτές από τα κράτη μέλη της ΕΕ σχετικά με τις στάσεις, τις πεποιθήσεις και τις πρακτικές τους όσον αφορά τη διατροφή και την υγεία, προκειμένου να βοηθήσει τους υπευθύνους για τη χάραξη πολιτικής να κατανοήσουν τι υποκινεί τους ανθρώπους στις διατροφικές επιλογές τους. Το παρόν άρθρο, το πρώτο μιας σειράς άρθρων που εξετάζουν τα αποτελέσματα της έρευνας του IEFS, επικεντρώνεται στους παράγοντες που οι άνθρωποι θεωρούν ιδιαίτερα καθοριστικούς για τις διατροφικές τους συνήθειες και τη στάση τους απέναντι στην «υγιεινή διατροφή».
Η ποιότητα ως βασικό κριτήριο
Σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα, η ποιότητα προσδιορίζεται ως το κύριο κριτήριο επιλογής των τροφίμων. Όσον αφορά το δεύτερο και τρίτο σημαντικότερο κριτήριο, τα κράτη μέλη της ΕΕ διχάζονται μεταξύ γεύσης και τιμής. Για παράδειγμα, η Ελλάδα, το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία δίνουν προτεραιότητα στη γεύση σε σχέση με την τιμή, ενώ το αντίθετο ισχύει για τη Φινλανδία, τη Γερμανία και την Ισπανία. Περίπου ένας στους τρεις ερωτηθέντες ανέφερε την προσπάθεια του να τρώει υγιεινά ως μία από τις τρεις σημαντικότερες επιρροές στη διαμόρφωση των διατροφικών του συνηθειών. Η υγεία θεωρείται σημαντικός παράγοντας σε ορισμένες χώρες, όπως η Αυστρία και η Δανία, στις οποίες αναφέρθηκε από τους μισούς ερωτηθέντες, και λιγότερο σημαντικός σε άλλες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, στις οποίες αναφέρθηκε μόλις από το ένα τέταρτο των ερωτηθέντων. Οι οικογενειακοί περιορισμοί, δηλαδή το τι τρώνε τα παιδιά ή ο/η σύντροφος στην οικογένεια, είναι ο πέμπτος κατά σειρά παράγοντας που καθορίζει την επιλογή των τροφίμων. Και εδώ υπάρχει διαφοροποίηση ανάλογα με τη χώρα: οι ερωτηθέντες από την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Ιταλία τοποθετούν το κριτήριο αυτό στην τρίτη θέση (μετά την ποιότητα και τη γεύση). Λιγότερο σημαντικοί παράγοντες για τους ερωτηθέντες ήταν οι μειωμένες θερμίδες στα τρόφιμα, τα πρόσθετα, η παρουσίαση/συσκευασία, η χορτοφαγία, η εθνική προέλευση και η διαθεσιμότητα τροφίμων.
Αποδοχή διατροφικών συμβουλών
Προκειμένου να εκτιμηθεί η επιρροή των υφιστάμενων διατροφικών κατευθυντήριων γραμμών, οι κάτοικοι της ΕΕ υποβλήθηκαν σε μια σειρά από ερωτήσεις και στη συνέχεια ταξινομήθηκαν σε ομάδες.
- Σχεδόν οι μισοί από τους ερωτηθέντες δήλωναν ικανοποιημένοι με τη δίαιτά τους και δεν είχαν κάνει καμία αλλαγή σε αυτήν, ούτε τους είχε απασχολήσει το θέμα της υγιεινής διατροφής.
- Λιγότερο από το ένα τρίτο των ερωτηθέντων είχαν κάνει αλλαγές στη δίαιτά τους, τις οποίες θεωρούσαν υγιεινές, και τις είχαν διατηρήσει.
- Ένας στους δέκα ερωτηθέντες εξέταζε το ενδεχόμενο, ή προσπαθούσε ήδη, να αλλάξει τις διατροφικές του συνήθειες.
- Μια μικρή μειονότητα των ερωτηθέντων είχε κάνει διατροφικές αλλαγές, τις οποίες εγκατέλειψε.
Η μεγάλη πλειονότητα των ερωτηθέντων (71%) πίστευαν ότι δεν ήταν αναγκαίο να προβούν σε οποιαδήποτε περαιτέρω αλλαγή στις διατροφικές τους συνήθειες, θεωρώντας ότι οι ίδιοι ήταν αρκετά υγιείς. Οι υγιεινές διατροφικές αλλαγές, όπως τις αντιλαμβάνονται οι καταναλωτές, δεν συνάδουν πάντοτε με τις τρέχουσες διατροφικές συμβουλές.
Ο διευθυντής του IEFS, καθηγητής Michael Gibney, σχολίασε σχετικά: «Η έρευνα δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη ποικιλία στάσεων και πεποιθήσεων από χώρα σε χώρα. Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει τη διαμόρφωση και την υλοποίηση κεντρικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τη διατροφή. Είναι πολύ πιθανόν να χρειαστεί να αναπτυχθούν τοπικές στρατηγικές επικεντρωμένες σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού».
FOOD TODAY 06/1998