
Οι αλλαγές του κλίματος στην Εύφορη Ημισέληνο περίπου 10.000 χρόνια πριν οδήγησαν στη διάδοση των άγριων δημητριακών, ένα από τα οποία ήταν ο πρόγονος του σύγχρονου σιταριού. Από εκείνα τα χρόνια, πολλές γενετικές αλλαγές, που επήλθαν είτε τυχαία είτε ηθελημένα, έχουν οδηγήσει σε ένα πολύ διαφορετικό φυτό.
Το σιτάρι ήταν αρχικά ένα άγριο χόρτο, αποκαλούμενο σίτος ο μονόκοκκος. Περίπου 10.000 χρόνια πριν αποτελούσε το βασικό συστατικό της δίαιτας για τους κυνηγούς- συλλέκτες στη Μεσοποταμία και στις κοιλάδες των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη στη Μέση Ανατολή, μια περιοχή αποκαλούμενη Εύφορη Ημισέληνος. Η ποσότητα σιτηρών που οι άνθρωποι μπορούσαν να μαζέψουν από αυτό το σιτηρό, τους επέτρεψε να δημιουργήσουν μόνιμα χωριά και σηματοδότησε την αρχή της σύγχρονης γεωργίας. Σήμερα, γίνονται περισσότερα τρόφιμα με σύγχρονες ποικιλίες σιταριού, που τροποποιήθηκαν βαθμιαία κατά τη διάρκεια πολλών αιώνων, από οποιοδήποτε άλλο δημητριακό.
Όταν το άγριο σιτάρι ωριμάζει, οι σπόροι πέφτουν από τον μίσχο στο έδαφος, μειώνοντας τη συγκομιδή∙ εσωκλείονται επίσης σε έναν φλοιό. Η μετάβαση στο σύγχρονο σιτάρι, του οποίου οι γυμνοί σπόροι παραμένουν συνδεμένοι με τον μίσχο, πραγματοποιήθηκε μέσω τυχαίων υβριδοποιήσεων. Αυτές πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του σίτου του μονόκοκκου και άλλων άγριων χόρτων στην Εύφορη Ημισέληνο. Κάθε υβριδοποίηση οδήγησε σε διαφορετικό συνδυασμό χρωμοσωμάτων (γενετικές πληροφορίες) και διαφορετικά χαρακτηριστικά στους απογόνους. Σε δύο τέτοιες υβριδοποιήσεις, ο σίτος ο μονόκοκκος (χρωμοσώματα AA) συνδυάστηκε με δύο άλλα άγρια χόρτα (BB και DD), με αποτέλεσμα το σιτάρι του ψωμιού (AABBDD).
Καθώς οι άνθρωποι στην Εύφορη Ημισέληνο μάζευαν σιτάρι, έτειναν να συλλέγουν περισσότερο τα σιτηρά που ήταν σταθερά συνδεδεμένα με τον μίσχο παρά τα πιο χαλαρά σιτηρά. Επειδή αυτό το χαρακτηριστικό μεταφέρεται στις μελλοντικές γενεές, μόλις άρχισαν να φυτεύουν τους δικούς τους σπόρους, καλλιέργησαν πολύ περισσότερα από την ποικιλία με τα σταθερά συνδεδεμένα και γυμνά σιτηρά παρά από αυτήν με τα χαλαρά σιτηρά που εσωκλείονταν σε έναν φλοιό. Κατ' αυτό τον τρόπο, το σιτάρι άρχισε να αλλάζει, έτσι ώστε σήμερα, στον «εξημερωμένο» σίτο, τα σιτηρά παραμένουν συνδεμένα με τον μίσχο σε όλα τα φυτά. Οι γενετικοί πρόγονοι του σημερινού σιταριού μπορούν ακόμα να βρεθούν στην Εύφορη Ημισέληνο και χρησιμοποιούνται ακόμα για πειράματα αναπαραγωγής. Γι’ αυτόν τον λόγο, μερικές φορές αποκαλείται Κέντρο Γονιδίων Σίτου.
Μετά από αυτή την ευτυχή και απρόσμενη αρχή, έχουν επιτευχθεί περαιτέρω επιτυχίες στην αναπαραγωγή του σιταριού μέσω σκόπιμης υβριδοποίησης ή «διασταύρωσης» και επακόλουθης επιλογής των επιτυχών αποτελεσμάτων. Η χρήση της διασταύρωσης και της επιλογής οδήγησε στην αποκαλούμενη «πράσινη επανάσταση» των δεκαετιών του '60 και του '70, κατά την οποία παρατηρήθηκαν αυξήσεις στην παραγωγή του σιταριού κατά τουλάχιστον 35%.
Οι διασταυρώσεις δεν είναι μόνο δυνατές μεταξύ αυτών του ίδιου είδους αλλά, σε περιορισμένη έκταση, και μεταξύ διαφορετικών ειδών. Παραδείγματος χάριν, η διασταύρωση σκληρού σιταριού και σίκαλης οδήγησε στο Τριτικάλ, το οποίο συνδυάζει τη δυνατότητα απόδοσης και την ποιότητα του σιταριού με τα αγρονομικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σίκαλης, η οποία μπορεί να αναπτυχθεί σε χειρότερες εδαφολογικές συνθήκες.
Τα συμβατικά προγράμματα αναπαραγωγής έχουν σαφώς αποδειχθεί ισχυρά μέσα αξιοποίησης της γενετικής ποικιλομορφίας των καλλιεργούμενων φυτών, ώστε να ταΐσουν τον παγκόσμιο πληθυσμό. Υπάρχει, ωστόσο, ένα ερωτηματικό στο εάν αυτές οι μέθοδοι θα είναι επαρκείς για να ταΐσουν τον ταχύτατα αυξανόμενο πληθυσμό της νέας χιλιετίας.
FOOD TODAY 03/2000