
Αυτό είναι το δεύτερο από μια σειρά άρθρων που περιγράφουν τα αποτελέσματα μιας σημαντικής μελέτης για τις στάσεις, τις πεποιθήσεις και τις πρακτικές των Ευρωπαίων σχετικά με τα τρόφιμα, που διεξάγεται από το Ίδρυμα Ευρωπαϊκών Μελετών για τα Τρόφιμα (1).
Οι Ευρωπαίοι εκτίθενται συνεχώς σε πλήθος μηνυμάτων για τα τρόφιμα. Εντούτοις, έχουμε λίγες πληροφορίες για την επίδραση που έχουν αυτά τα μηνύματα στην κατανόηση των διατροφικών θεμάτων από τους ανθρώπους. Το εν λόγω άρθρο ρίχνει φως στο είδος και την ποιότητα της τρέχουσας πληροφόρησης που έχουν τα άτομα και παρέχει μια βαθύτερη οπτική στις χρήσιμες οδούς για τη μετάδοση μελλοντικών μηνυμάτων διατροφής και υγείας. Στοιχεία από συνεντεύξεις με περισσότερους από 14.000 ανθρώπους, ηλικίας 15 ετών και άνω, αναλύθηκαν από όλη την Ευρώπη, προκειμένου να φανεί πόσα άτομα ενδιαφέρονται για ζητήματα σχετικά με τα τρόφιμα και την υγεία, ποιες πηγές πληροφοριών χρησιμοποιούν και πόσο εμπιστεύονται αυτές τις πηγές.
Ποιος ενδιαφέρεται;
Κατά τη διάρκεια της έρευνας τα άτομα ρωτήθηκαν εάν συμφωνούσαν ή διαφωνούσαν με τη δήλωση: «Αναζητώ συχνά πληροφορίες για την υγιεινή διατροφή». Το 45% συνολικά των πολιτών της ΕΕ συμφώνησε με τη δήλωση. Υπήρξε ιδιαίτερη απόκλιση μεταξύ των χωρών: για παράδειγμα, μόνο το ένα τρίτο των Ιρλανδών και των Ολλανδών αναζητά συχνά πληροφορίες για τα τρόφιμα και την υγεία, σε σύγκριση με τα τρία τέταρτα των Ιταλών.
Περαιτέρω ανάλυση για τα άτομα που ενδιαφέρονταν έδειξε ότι οι ομάδες που εκπροσωπούνταν περισσότερο ήταν οι γυναίκες, τα άτομα μεταξύ 35 και 54 ετών και αυτά με δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια εκπαίδευση. Συνολικά, μόνο το 15% των ατόμων στην ΕΕ ανέφεραν ότι δεν αναζητούν καμία πληροφορία για την υγιεινή διατροφή.
Πού βρίσκουν οι καταναλωτές πληροφορίες
Οι πηγές πληροφοριών για τα τρόφιμα και την υγεία ήταν συχνά οι ίδιες σε όλα τα κράτη-μέλη. Αυτές ήταν: τηλεόραση/ραδιόφωνο, περιοδικά, εφημερίδες, επαγγελματίες υγείας, συσκευασίες τροφίμων, συγγενείς και φίλοι (βλέπε Σχήμα 1). Η πιο δημοφιλής πηγή διέφερε μεταξύ των χωρών. Για παράδειγμα, οι επαγγελματίες υγείας ήταν η πιο συχνή απάντηση στο Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία, ενώ η τηλεόραση και το ραδιόφωνο ήταν η συχνότερη απάντηση στις υπόλοιπες χώρες (εκτός από τους Ιταλούς και τους Ισπανούς που κατέταξαν στην ίδια θέση τους επαγγελματίες υγείας και τα ηλεκτρονικά μέσα).
Υπήρξε μεγαλύτερη διακύμανση μεταξύ των κρατών-μελών ως προς τη χρήση της συσκευασίας των τροφίμων, των σούπερ μάρκετ και των καταναλωτικών οργανώσεων. Παραδείγματος χάριν, μόνο ένας στους δέκα Έλληνες και Ιρλανδούς χρησιμοποιεί τη συσκευασία των τροφίμων σε σύγκριση με ένα στους τρεις Βέλγους και Ελβετούς.
Γενικά, τα κυβερνητικά όργανα αναφέρθηκαν ως σπάνια πηγή πληροφοριών για τα τρόφιμα. Αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι η πραγματική πηγή πληροφοριών τους είναι η κυβέρνηση. Μπορεί επίσης να συμβαίνει, επειδή τα επικοινωνιακά μέσα της κυβέρνησης, όπως φυλλάδια στις κλινικές, είναι λιγότερο αποτελεσματικά από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (Σχήμα 1).

Ποιον εμπιστεύονται οι καταναλωτές;
Το επίπεδο εμπιστοσύνης στις διάφορες πηγές πληροφοριών ήταν παρόμοιο μεταξύ των κρατών- μελών και χαρακτηριστικό εκείνων που παρουσιάζονται στο Σχήμα 1. Σε γενικές γραμμές, το επίπεδο εμπιστοσύνης ήταν παρόμοιο της χρήσης των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ενώ πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη φάνηκε να υπάρχει στις συμβουλές που δίνονταν από τους επαγγελματίες υγείας και τα κυβερνητικά όργανα. Στην πραγματικότητα, το επίπεδο εμπιστοσύνης για τις τελευταίες πηγές είναι μεγαλύτερο από 80% για τους επαγγελματίες υγείας σε όλα τα κράτη-μέλη και 70% ή περισσότερο για τα κυβερνητικά όργανα. Η διαφήμιση ήταν η πηγή που φάνηκε ότι εμπιστεύονταν λιγότερο από όλες τις άλλες. Υπήρξαν μικρές διαφορές στην εμπιστοσύνη μεταξύ αντρών και γυναικών, επιπέδου εκπαίδευσης και θέσης εργασίας, αλλά οι ηλικιωμένοι έτειναν να δείχνουν λιγότερη εμπιστοσύνη από τις άλλες ηλικιακές ομάδες.
Εξασφάλιση ποιότητας
Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι τα άτομα εκτίθενται σε πληροφορίες για τη διατροφή από ποικίλες πηγές και ότι πολλές πληροφορίες λαμβάνονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή, σε κάποιες περιπτώσεις, από τους φίλους και την οικογένεια. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτές οι πηγές παρέχουν πληροφορίες καλής ποιότητας. Εντούτοις, τα άτομα φαίνεται να το αναγνωρίζουν αυτό, δεδομένου ότι τείνουν να εμπιστεύονται λιγότερο τα μέσα από τους επαγγελματίες της υγείας και τα κυβερνητικά όργανα.
Τα άτομα που λαμβάνουν λίγες πληροφορίες για τα τρόφιμα είναι τυπικά άντρες, ηλικιωμένοι και άτομα με χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης. Σαφώς απαιτούνται πολύ διαφορετικές στρατηγικές για την προσέγγιση αυτών των διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων, ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με θέματα διατροφής.
Εθνικές προτεραιότητες
Οι μελέτες τονίζουν ότι υπάρχει απόκλιση μεταξύ των κρατών- μελών αναφορικά με τις πηγές πληροφόρησης, την εμπιστοσύνη και το ενδιαφέρον για τις πληροφορίες σχετικά με τα τρόφιμα και την υγιεινή διατροφή. Ο Καθηγητής Michael Gibney, Διευθυντής του Ιδρύματος Ευρωπαϊκών Μελετών για τα Τρόφιμα, που πραγματοποίησε την εν λόγω μελέτη, αναφέρει:
«Κάθε χώρα θα πρέπει να προσδιορίσει ποιες ομάδες ατόμων αποτελούν προτεραιότητα για διατροφική εκπαίδευση και θα πρέπει να επινοήσει στρατηγικές ειδικά προσαρμοσμένες στις ανάγκες τους. Είναι σημαντικό τα άτομα που πρέπει να αλλάξουν τη διατροφή τους να ενημερώνονται για αυτό και να λαμβάνουν έγκυρες πληροφορίες.»
Βιβλιογραφικές αναφορές
- A pan-EU survey of Consumer Attitudes to Food, Nutrition and Health (1996) Report no.
- Influences on food choice and sources of information on healthy eating. Institute of European Food Studies
FOOD TODAY 08/1998