ΤΟ ΕUFIC ΣΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ
ΟΔΗΓΟΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ & ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΙΚΟΝΩΝ ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΤΡΟΦΗ ΓΙΑ ΣΚΕΨΗ

RSS

Επικοινωνία των μέσων ενημέρωσης
Laura Smillie
Communications Manager
Τηλ. +32 (0)2 506 89 85
Φαξ. +32 (0)2 506 89 80
media@eufic.org

Μέγεθος κειμένου:

Διατροφή και εγκυμοσύνη - Περίληψη

Περίληψη του άρθρου του Βρετανικού Ιδρύματος Διατροφής: «Διατροφή στην εγκυμοσύνη», της Claire Williamson, επιστήμονα που ασχολείται με τη διατροφή, Βρετανικό Ίδρυμα Διατροφής.

Μια υγιεινή και ποικίλη διατροφή είναι σημαντική πάντα στη ζωή, αλλά ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η διατροφή της μητέρας πρέπει να παρέχει επαρκή ενέργεια και θρεπτικά συστατικά για να καλύψει τις συνήθεις απαιτήσεις της μητέρας, καθώς επίσης και τις ανάγκες ανάπτυξης του εμβρύου, και να επιτρέψει στη μητέρα να δημιουργήσει αποθέματα θρεπτικών ουσιών που απαιτούνται για την εμβρυϊκή ανάπτυξη και το θηλασμό. Οι διαιτητικές συστάσεις για τις εγκύους είναι στην πραγματικότητα παρόμοιες με εκείνες για άλλους ενηλίκους, αλλά με μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις. Η κύρια σύσταση είναι να ακολουθείται μια υγιεινή, ισορροπημένη διατροφή. Πιο συγκεκριμένα, οι έγκυοι πρέπει να προσπαθούν να καταναλώνουν αφθονία τροφίμων πλούσιων σε σίδηρο και φυλλικό οξύ.

Δεν υπάρχουν επίσημες συστάσεις για την αύξηση του βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για τις γυναίκες με υγιές βάρος προ εγκυμοσύνης, μια μέση αύξηση του βάρους κατά 12 kg (εύρος 10-14 kg) έχει αποδειχθεί ότι συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο επιπλοκών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού και με μειωμένο κίνδυνο για βρέφος χαμηλού βάρους κατά τη γέννηση. Ωστόσο, στην πράξη, γυναίκες που έχουν τραφεί καλά και είχαν κανονικό βάρος προ εγκυμοσύνης παρουσιάζουν ευρείες παραλλαγές στην αύξηση του βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η χαμηλή αύξηση του βάρους κατά την εγκυμοσύνη αυξάνει τον κίνδυνο για βρέφος χαμηλού βάρους κατά τη γέννηση, ενώ η υπερβολική αύξηση του βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυξάνει τον κίνδυνο υπέρβαρου και παχυσαρκίας στη μητέρα μετά από τη γέννηση.

Βάρος γέννησης στα 3.1-3.6 kg έχει αποδειχθεί ότι συνδέεται με τα βέλτιστα αποτελέσματα για τη μητέρα και το βρέφος, για ένα όχι πρόωρο βρέφος. Το χαμηλό βάρος γέννησης (βάρος γέννησης< 2.5 kg) συνδέεται με αυξημένη βρεφική νοσηρότητα και θνησιμότητα, καθώς επίσης και με αυξημένο κίνδυνο ασθενειών των ενηλίκων αργότερα στη ζωή, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο διαβήτης τύπου 2. Η υπόθεση της εμβρυϊκής προέλευσης θεωρεί ότι οι χρόνιες παθήσεις στην ενήλικη ζωή μπορεί να είναι συνέπεια «εμβρυϊκού προγραμματισμού», κατά τον οποίο ένα ερέθισμα ή μια προσβολή σε μια κρίσιμη, ευαίσθητη περίοδο κατά την ανάπτυξη έχει μόνιμη επίδραση στη δομή, τη φυσιολογία ή τη λειτουργία. Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία ότι στις υγιείς γυναίκες που τρέφονται καλά μπορούμε να ελέγξουμε τη διατροφή ώστε να αποτραπούν το χαμηλό βάρος γέννησης και ο κίνδυνος χρόνιων παθήσεων αργότερα στη ζωή.

Η διατροφική κατάσταση της μητέρας κατά την περίοδο της σύλληψης είναι ένας σημαντικός καθοριστικός παράγοντας της εμβρυϊκής αύξησης και εξέλιξης, και επομένως μια υγιεινή, ισορροπημένη διατροφή είναι σημαντική πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνη. Είναι επίσης σημαντικό να γίνεται προσπάθεια να επιτευχθεί υγιές σωματικό βάρος πριν από τη σύλληψη (BMI 20-25), καθώς το ελλιπές βάρος ή το υπέρβαρο μπορούν να έχουν επιπτώσεις τόσο στη γονιμότητα όσο και στην έκβαση της γέννησης. Αναγνωρίζεται πλέον ότι η λήψη φυλλικού οξέος κατά τη διάρκεια της περιόδου της σύλληψης μπορεί να μειώσει την εμφάνιση ατελειών του νευρικού σωλήνα και οι γυναίκες που μπορεί να κυοφορήσουν ενθαρρύνονται, σε μερικές χώρες της ΕΕ, να παίρνουν ένα όξινο συμπλήρωμα φυλλικού οξέος πριν από και μέχρι τη 12η εβδομάδα της εγκυμοσύνης.

Κατά την εγκυμοσύνη υπάρχουν αυξημένες απαιτήσεις για θειαμίνη, ριβοφλαβίνη, φυλλικό οξύ και βιταμίνες Α, C και D, καθώς επίσης και για ενέργεια και πρωτεΐνη. Σε μερικές χώρες, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο, συνιστάται να λαμβάνεται καθόλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ένα συμπλήρωμα βιταμίνης D (10μg / μέρα). Οι ενεργειακές δαπάνες της εγκυμοσύνης έχουν υπολογιστεί περίπου στα 321 MJ (77.000 kcal), βασισμένες σε θεωρητικούς υπολογισμούς και στοιχεία από διαχρονικές μελέτες. Στην πράξη, ο μεταβολικός ρυθμός, η εναπόθεση λίπους και το επίπεδο σωματικής δραστηριότητας ποικίλλουν ευρέως μεταξύ των γυναικών και συνεπώς υπάρχουν ευρείες παραλλαγές στις προσωπικές ανάγκες για ενέργεια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η σύσταση είναι ότι επιπλέον 200 kcal την ημέρα απαιτούνται μόνο κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου. Εντούτοις, αυτή η σύσταση υποθέτει ότι μειώνεται το επίπεδο σωματικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, και γυναίκες που είναι ελλιποβαρείς ή που δεν μειώνουν το επίπεδο δραστηριότητάς τους μπορεί να απαιτούν περισσότερες θερμίδες.

Οι φυσιολογικές προσαρμογές θεωρούνται ότι βοηθούν να ικανοποιηθούν οι αυξημένες απαιτήσεις για ανόργανα άλατα, π.χ. υπάρχει αύξηση στην απορρόφηση του ασβεστίου και του σιδήρου. Εντούτοις, ορισμένα άτομα απαιτούν περισσότερο ασβέστιο, ιδιαίτερα έφηβοι των οποίων οι σκελετοί αναπτύσσονται ακόμα. Ως και 50% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν χαμηλά αποθέματα σιδήρου και διατρέχουν επομένως κίνδυνο για αναιμία εάν μείνουν έγκυοι. Επιπλέον, πολλές γυναίκες ηλικίας 19-34 ετών έχουν στις μέρες μας πολύ χαμηλή πρόσληψη σιδήρου. Οι έγκυοι επομένως ενθαρρύνονται να καταναλώνουν αφθονία τροφίμων πλούσιων σε σίδηρο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και, σε μερικές περιπτώσεις, μπορεί να είναι απαραίτητα τα συμπληρώματα.

Υπάρχουν διάφορα ζητήματα ασφάλειας τροφίμων που ισχύουν για τις γυναίκες πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ενδείκνυται να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην υγιεινή των τροφίμων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και να αποφεύγονται ορισμένα τρόφιμα (π.χ. τυριά που έχουν ωριμάσει με μούχλα ή έχουν πράσινα στίγματα) προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος έκθεσης σε ενδεχομένως επιβλαβή παθογόνα των τροφίμων, όπως η λιστέρια και οι σαλμονέλες. Οι έγκυοι, και εκείνες που μπορεί να μείνουν έγκυοι, ενθαρρύνονται επίσης να αποφεύγουν τα τρόφιμα που είναι πλούσια σε ρετινόλη (π.χ. συκώτι και προϊόντα του), καθώς οι υπερβολικές προσλήψεις είναι τοξικές για το αναπτυσσόμενο έμβρυο. Επίσης, συνιστάται η πρόσληψη αλκοόλ και καφεΐνης να περιορίζεται στα πλαίσια των τρεχουσών συστάσεων.

Όπως και ο γενικός πληθυσμός, οι έγκυοι πρέπει να προσπαθούν να καταναλώνουν τουλάχιστον δύο μερίδες ψάρι την εβδομάδα, μια από τις οποίες πρέπει να είναι πλούσια σε λιπαρά. Ωστόσο, το 2004, ο Οργανισμός Προτύπων για τα Τρόφιμα (Food Standards Agency) του Ηνωμένου Βασιλείου εξέδωσε νέες συμβουλές για την κατανάλωση λιπαρών ψαριών και συστήνει πλέον το πολύ δύο μερίδες λιπαρών ψαριών την εβδομάδα για τις εγκύους (και εκείνες που μπορεί να μείνουν έγκυοι). Το λιπαρό ψάρι είναι πλούσια πηγή μακράς αλύσου ω-3 λιπαρών οξέων που θεωρούνται ότι βοηθούν στην προστασία από τις καρδιακές παθήσεις. Επιπλέον, αυτοί οι τύποι λιπαρών οξέων απαιτούνται για την ανάπτυξη του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος του εμβρύου. Το ανώτερο όριο στην κατανάλωση λιπαρών ψαριών μπαίνει για να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκθεσης σε διοξίνες και πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCBs), που είναι περιβαλλοντικοί ρύποι. Οι έγκυοι ενθαρρύνονται επίσης να αποφεύγουν το μάρλιν, τον καρχαρία και τους ξιφίες και να περιορίσουν την πρόσληψη τόνου λόγω του κινδύνου έκθεσης σε μεθυλυδράργυρο, ο οποίος σε υψηλά επίπεδα μπορεί να είναι επιβλαβής στο αναπτυσσόμενο νευρικό σύστημα του εμβρύου. Σε επίπεδο ΕΕ, μια ειδική επιτροπή πρόσφατα σύστησε ότι οι έγκυοι και οι θηλάζουσες γυναίκες πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον 200mg του μακράς αλύσου ω-3 δοκοσαεξανοϊκού λιπαρού οξέος (DHA) στην καθημερινή διατροφή τους.

Υπάρχουν ορισμένα θέματα προς σκέψη όσον αφορά συγκεκριμένες διατροφικές ομάδες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Παραδείγματος χάριν, οι χορτοφάγοι και οι αυστηρά χορτοφάγοι μπορεί να έχουν δυσκολία να καλύψουν τις απαιτήσεις τους σε ορισμένες βιταμίνες και ανόργανα άλατα, ιδιαίτερα τη ριβοφλαβίνη, τη βιταμίνη B12, το ασβέστιο, το σίδηρο και τον ψευδάργυρο. Ωστόσο, οι περισσότερες αυστηρά χορτοφάγοι και χορτοφάγοι γυναίκες θα έπρεπε να είναι σε θέση να καλύψουν τις απαιτήσεις τους σε θρεπτικά συστατικά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης με προσεκτικό διαιτητικό προγραμματισμό, ενώ εκείνες που κάνουν πολύ περιορισμένες διατροφές μπορεί να πρέπει να καταναλώσουν εμπλουτισμένα τρόφιμα ή συμπληρώματα.

Η εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της εφηβείας προκαλεί διάφορες ανησυχίες σχετικά με τη διατροφή. Οι έφηβοι ήδη έχουν υψηλές απαιτήσεις σε θρεπτικά συστατικά για την αύξηση και την ανάπτυξη και επομένως υπάρχει πιθανός ανταγωνισμός για τις θρεπτικές ουσίες. Επιπλέον, ένα μεγάλο ποσοστό έφηβων κοριτσιών έχει χαμηλές προσλήψεις σε μια σειρά θρεπτικών ουσιών που είναι σημαντικές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ιδιαίτερα σε φυλλικό οξύ, ασβέστιο και σίδηρο. Οι έφηβες που μένουν έγκυοι συχνά δεν παίρνουν όξινα συμπληρώματα φυλλικού οξέος, είτε επειδή η εγκυμοσύνη είναι μη προγραμματισμένη είτε επειδή είναι απληροφόρητες για τη σπουδαιότητα του φυλλικού οξέος. Η εγκυμοσύνη στην εφηβεία επομένως παρουσιάζει ιδιαίτερες προκλήσεις για τους επαγγελματίες στο χώρο της υγείας.

Εκτός από το να ακολουθείται μια υγιεινή, ισορροπημένη διατροφή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το να παραμείνει η έγκυος σωματικά δραστήρια είναι επίσης σημαντικό, για να προωθηθεί η γενική υγεία και ευημερία και να αποτραπεί η υπερβολική αύξηση του βάρους της μητέρας. Οι μελέτες που έχουν εξετάσει τα αποτελέσματα της σωματικής δραστηριότητας της μητέρας στην έκβαση της εγκυμοσύνης ήταν μεταβλητής ποιότητας, αλλά υπάρχουν λίγα στοιχεία ότι η μέτρια άσκηση μπορεί να έχει οποιαδήποτε δυσμενή αποτελέσματα στην υγεία της μητέρας ή του εμβρύου. Οι μελέτες προτείνουν ότι η τακτική αεροβική άσκηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης βοηθά στη βελτίωση ή τη διατήρηση της φυσικής κατάστασης και της σιλουέτας. Συνιστάται οι έγκυοι να συνεχίσουν με τη συνήθη σωματική δραστηριότητά τους εφ' όσον αισθάνονται άνετα και να προσπαθούν να κρατηθούν ενεργές σε καθημερινή βάση, π.χ. με το περπάτημα. Η κολύμβηση είναι μια ιδιαίτερα κατάλληλη μορφή άσκησης, αν και είναι ενδεδειγμένο να αποφεύγεται η επίμονη ή έντονη σωματική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

© British Nutrition Foundation 2006

Το σύνολο αυτού του άρθρου είναι δημοσιευμένο στο Journal of Nutrition Bulletin (τεύχος Μαρτίου 2006) και είναι διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

http://www.blackwell-synergy.com/loi/nbu  

Πηγή: Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληροφόρησης για τα Τρόφιμα (EUFIC)

Εκτύπωση ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Λήψη ως PDF ΛΗΨΗ ΩΣ PDF
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΦΙΛΟ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΦΙΛΟ
Λεξικό όρων ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΩΝ
   
Διατροφή ενηλίκων Διατροφή στην παιδική ηλικία Παχυσαρκία Λειτουργικά τρόφιμα Υδατάνθρακες Σωματική δραστηριότητα Ασφάλεια τροφίμων Αλλεργίες σε τρόφιμα Πρόσθετα τροφίμων Γεωργία Λίπη Οδοντική υγεία
CS-Cestina DE-Deutsch EL-Ελληνικά EN-English ES-Español FR-Français IT-Italiano PL-Polski SK-Slovenský
FOOD TODAY ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ EUFIC REVIEW EUFIC FORUM ΜΙΚΡΟΣ ΟΔΗΓΟΣ 10 ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ